Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Ενθυμήσεις από τον Άγιο Νεκτάριο-Μια συζήτηση με τη μοναχή Χρυσαφένια

Ενθυμήσεις από τον Άγιο Νεκτάριο-Μια συζήτηση με τη μοναχή Χρυσαφένια

Το 1984 στο μοναστήρι τής Άγίας Τριάδος στην Αίγινα ό μακαριστός ΜητροπολίτηςΎδραςΣπετσων και Αιγίνης κυρός Ίερόθεοςμαζί με τόν τότε Πρωτοσύγκελο του(νυν Μητροπολίτη τής αυτής έπαρχίας κΈφραίμκαι τον ΑρχιερατικόΕπίτροπο της νήσου πΔαμασκηνό Χόντο συναντούσαν την μακαριστή μοναχή ΧρυσαφένιαΣκοπός τής συνάντησης αύτής ήταν να κατάθεσει ή γερόντισα μοναχή τις άναμνήσείς της από τόν'Άγιο Νεκτάριο, τόν όποιο όχι άπλως γνώρισε από τήν παιδική ήλικίαάλλά είχε την εύλογία να ζήσει κοντά τουκατά μεγάλα χρονικά διαστήματαστην Μονή του και να δεχθεί στοργή ιδιαίτερη από αυτόνΉ μαρτυρία της είναι σημαντικήγιατί άποκαλύπτει τον τρόπο πού ή αγιότητα καθρεφτίζεται σε μια παιδική ματιάσε μια παιδική ψυχή.
Μακ.Μητρ.Ύδρας κ.Ιερόθεος:Με τη γερόντισσα Μαγδαλήνη,Χρυσαφένια,πόσα χρόνια γνωρίζεστε;
Μον. Χρυσαφένια: Από μικρό παιδάκι. Στό Μοναστήρι πήγα πεντέμισι χρονών! Στήν πρώτη τάξη. [...] Πήγαινα-κατέβαινα γιατί πήγαινα σχολείο. Κάποτε αρρώστησα. Με πόνεσε το μάτι μου. Με πήγαν σ' όλους τούς γιατρούς και θεραπεία δεν είχα. Αντί καλύτερα, έγινα χειρότερα.

Μακαρ. Μητρ ."Υδρας κ. Ίερόθεος: Τι είχε το μάτι σας; Ποιο ήταν;
Μον. Χρυσαφένια:"Άσπρο ήταν, το δεξιό. Δεν έβλεπα άπ' αυτό. Με παίρνει μία θεία μου και λέει: «Την πήγαμε στούς γιατρούς."Εχουμε όμως και ανώτερου «γιατρούς» στήνΑϊγινα! θα την πάμε στο Σεβασμιώτατο να τη σταυρώσει με την Αγία Λόγχη».
Όταν λοιπόν ήρθαμε στην Αϊγινα, τής λέω «καλέ θεία, πάμε στο Δεσπότη πού εΐπε να με σταυρώσει με την Αγία Λόγχη». Νόμιζα - μικρό παιδάκι καθώς ήμουν - πώς ήταν φάρμακο ή Άγια Λόγχη! Δεν ήξερα. Αυτοκίνητα τότε δεν υπήρχαν. Παίρνει ή θεία μου ένα γαϊδουράκι και καθίζει.Έμενα μ' έβαλε στα καπούλια.Όταν φτάσαμε στους'Αγίους Πάντες, μου δείχνει το Μοναστήρι.

- Έκεί θα πάμε, μου λέει. θα δοϋμε και τον Παππούλη,να σε σταυρώσει.
- Θεία, τής λέω, θα κατέβω.
Κατεβαίνω από το ζώο και κάνω τρείς μετάνοιες.
- Παναγίτσα μου, έλεγα κοιτάζοντας στον Ουρανό, Χριστούλη μου κι εγώ εδώ να κατοικήσω! Να γίνω καλόγρια!
Στό Μοναστήρι εδώ...
Κατεβαίνει κι ή θεία μου κι έφαγα φάπες!
- Δεν θα ξανακατέβεις από το ζώο μέχρι να φτάσουμε στο Μοναστήρι, μου λέει.
-"Οχι, θεία μου. Δεν θα ξανακατέβω.
Φτάσαμε στο Μοναστήρι. Στην Αγία Τριάδα. Ό Σεβασμιώτατο καθόταν πίσω,στη μουριά. Εΐχε μία πολυθρονίτσα κι ένα σκαμνάκι ψαθωτό στα ποδαράκια του.
- Να ό Παππούλης πού θα σου κάνει το ματάκι σου καλά
Πάω και τον χαϊδεύω στα ποδαράκια του και του λέω:- Παππουλάκι μου σ' αγαπάω, μα πόσο σ' αγαπάω! Από τη γη ϊσαμε τον ουρανό! Κι αν θα μου κάνεΐς το ματάκι μου καλά, θα σ' αγαπάω ακόμα
περισσότερο!
Κάθησα ατό σκαμνάκι πού ήταν στα πόδια του και τον παρακαλούσα:
-Έλα, Παππούλη, να μου κάνείς το ματάκι μου καλά.
Σηκώθηκε ό Σεβασμιώτατος, ό"Αγιος Νεκτάριος, και πήγαμε οτήν Εκκλησία. Παίρνει την Άγια Λόγχη και με σταυρώνει. Εγώ περίμενα και φάρμακο να μου δώσει! Λέει τότε ό Σεβαομιώτατος στη Γερόντισσα Χριστοδούλη:
- Δώσε στη θεία της μερικά τριαντάφυλλα του επιταφίου να τα βράσει, να της πλύνει το ματάκι της


Τα πήρε ή θεία μου. Βγαίνοντας όμως από την πόρτα τής'Εκκλησίας, το μάτι μου ήταν έντελώς καλά! Είδα το φώς μου! Καθάρισε τό μάτι μου. Που να φύγω από τον παππού...
- Παππουλάκι μου, δεν φεύγω ό,τι και να μου πείτε!
-"Αμε παιδί μου στο σχολείο, να μάθεις και γράμματα,να 'σαι και χρήσιμη στο Μοναστήρι.
-"Οχι, Παππούλη μου, δεν φεύγω! Θα κάτσω στο Μοναστήρι. Εδώ κοντά σου.
Πάω και κρύβομαι σε κάτι καναπέδες πού 'χουνε στο «Γεροντικό». Φαινόντουσαν μόνο τα ποδαράκια μου. Οι καλόγριες λέγαν μεταξύ τους: «ή μικρή φοβήθηκε και θα πήρε το δρόμο κι εφυγε».Ό"Αγιος Νεκτάριος τούς είπε:«Δεν έχει φύγει, θα την εϋρω εγώ».
"Ερχειαι και με βρίσκει στο «Γεροντικό». -Έλα, παιδί μου, μου λέει, βγές έξω. Βγήκα. Ή θεία μου έκλαιγε: Θα τό μάθει ό πατέρας σου στην Αμερική καί θα χάσετε και το ψωμί. Δεν θα 'χετε ψωμάκι να φάτε...
-Έμέϊς θα 'χουμε πιο πολλά, αν έρθω εγώ στο Μοναστήρι, τής έλεγα. Δεν έρχομαι κάτω.
-"Αμε, παιδί μου, λέει ό "Αγιος. "Αμε και θα στέλνω εγώ τη Γερόντισσα Αθανασία, τη Γερόντισσα Δαμιανή - που κατεβαίνουνε και ψωνίζουν - και θα σέ φέρνουν με το ζώο.
Θυμάμαι και τό ζώο πώς το λέγανε. Είχαν ένα μικρό ζώο και το λέγανε «Λίζα». Το θυμάμαι γιατί ανέβαινα στα καπούλια και ακολουθούσα στα ψώνια τη Γερόντισσα Δαμιανή, τη Γερόντισσα Αθανασία, τη Γερόντισσα Χριστοφόρα.Στό σπίτι μας μένανε.
Μακαρ. Μητρ.'Ύδρας κ.Ίερόθεος: Τότε για πρώτη φορά γνώρισες το Σεβασμιώτατο;
Μον. Χρυσαφένια: Ναι. Πεντέμισι χρονών. Τότε πού μου έκανε το μάτι μου καλά. Συνέχισα να πηγαίνω σχολείο.Ερχόντουσαν και με παίρναν ή Γερόντισσα Δαμιανή, ή Γερόντισσα Αθανασία...
Είχε να με δεί κάποτε ό Σεβασμιώτατος καμιά βδομάδα. Με βλέπει στο όνειρο του.Όταν είχαν συμβούλιο με τις καλόγριες, τη Γερόντισσα Ξένη, τη Γερόντισσα Χριστοφόρα, τη Γερόντισσα Χαριτίνη - παλαιές καλόγριες - τις ρώτησε για μένα.
- Εΐναι άρρωστη, Σεβασμιώτατε,και δεν σας το εϊπαμε.
- Απόψε την είδα στ' όνειρο μου.
Φόραγε μια χρυσή φορεσιά και της πέρασα κι ένα χρυσό σταυρό! "Επρεπε να μου το 'χατε πει...
Μόλις βγήκαν οί καλογριές έξω, έρχεται ή Γερόντισσα Ακακία στο κελλί. Στό δικό της κελλι έμενα. Μου είχαν ένα ντιβανάκι κι έμενα. Δίπλα στο «σχολείο». Πήγα στο Σεβασμιώτατο.
- Καλώς την όσία Χρυσαφένια! Καλώς το κάλο μου παιδί!
Του φίλησα το χεράκι, τα ποδαράκια του.
- Παππουλακι μου, Παππουλάκι μου, εϊχ'αρρωστήσει άλλά το μυαλό μου κι ό λογισμός μου ήταν εδώ!
- Κάθησε, παιδί μου.

Παίρνει το ώμοφόριο και το πετραχήλι και με «διαβάζει».
- Από σήμερα να μην ακούσω να σε φωνάζουνε Δημητρούλα.Όταν άκούς το'νομα «Χρυσαφένια» θ' άπαντάς Για να το μάθουν οί καλόγριές[...]
Μακαρ. Μητρ.'Ύδρας κ.Ίερόθεος: Πήγαινες εν τω μεταξύ στο σχολείο;
Μον. Χρυσαφένια: Μάλιστα."Εβγαλα μέχρι και την Τετάριη. Μου 'λεγαν να πάω και παραπέρα, αλλά εγώ δεν ήθελα, γιατι φοβόμουν να μη χάσω το Μοναστήρι! Δώδεκα χρονών ήμουνα όταν κοιμήθηκε ό Άγιος Νεκτάριος- το 1920. Καμιά φορά με ρώταγε ό'Άγιος:
- Πόσων χρονών είσαι, παιδί μου;
- Ξέρω 'γώ. Παππούλη; Του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου έχω γεννηθεί!..
- Χρυσό στόμα, παιδί μου, να 'χεις! μου λεγε και χαμογελούσε.
Μ' έπαιρνε και πηγαίναμε πάνω στην 'Επισκοπή. Στό δρόμο με ρωτούσε:
- Σήμερα, παιδί μου, είναι του Άγίου'Ιωάννου του Προδρόμου. Γιατί τόν λένε Πρόδρομο;
- Το επώνυμο του ήταν. Παππούλη! του λέω εγώ.
-"Οχι, παιδί μου. Προπορεύτηκε του Χρίστου. Γι' αύτό.'Έξι μήνες είναι μεγαλύτερος από το Χριστό μας, ό Άγιος'Ιωάννης.
"Αλλη μια μέρα, των Αγίων Αναργύρων, βγήκαμε περίπατο. Κρατούσε ένα καλαμάκι για να στηρίζεται. Το είχα αυτό το καλαμάκι και μου το πήρε μια καλογριά στην Πάτμο.
- Σήμερα, παιδί μου, είναι των Αγίων Αναργύρων, μου λέει. Γιατί τούς λέγαν Αναργύρους, τον Κοσμά και τον Δαμιανό;
- Το επώνυμο τους ήταν, Παππούλη! του απαντώ.
-"Οχι, παιδί μου.Ηταν γιατροι και δεν παίρνανε αργύρια. Γι' αυτό τούς λένε Αγίους Αναργύρους.
- Κα'ι τί εϊναι, Παππούλη, τ' αργύρια;
- Χρήματα, Χρυσαφένια παιδί μου. Δεν τα 'παιρναν.Γιάτρευαν δωρεάν.
Κάποια μέρα ήρθε ή Ζηνοβία ή Λαλαούνη, πού σήμερα λέγεται Νεκταρία κι είναι καλόγρια στο Μοναστήρι τής Φανερωμένης στο Χιλιομόδι, να με πάρει να πάμε μαζί στο Μεσαγρό. Πήγαμε στη Γερόντισσα Ξένη να πάρουμε την αδεία.
- Να πας στον Παππού σου να το πείς, μου λέει ή Ηγουμένη.
Πήγαμε στο Σεβασμιώτατο. Του λέω:- Παππουλάκι μου, να πάω κι εγώ στο Μεσσγρό, πού φοβάται ή Ζηνοβία να πάει μόνη της;
-"Οχι, παιδί μου. Ή μανούλα σου ξέρει πως είσαι στο Μοναστήρι. "Αν σου συμβεί τίποτα; Να πας από πίσω από το Μοναστήρι, που 'ναι γύρω-γύρω οί πεζουλίτσες να τη βλέπεις ώσπου να χαθεί στο μονοπάτι ή Ζηνοβία.
Εγώ τότε στενοχωρημένη, λέω από μέσα μου ούτε καν το ψιθύρισα:
- Με ύποχρέωσες, Παππούλη!
Γυρίζει ό Άγιος και μου λέει:
- Με υποχρέωσες, παππούλη
- Παππούλη μου, δεν το φώναξα! Από μέσα μου το είπα![...]


Από το βιβλίο:«Μίλησα με τον Άγιο Νεκτάριο»Α τόμος,Μανώλη Μελινού-orthodoxigynaika.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου