Σάββατο 16 Απριλίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ! ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΛΥΜΝΟΥ!

Φωτογραφίες από το σπήλαιο που ασκήτεψε η Οσία Μαρία η Αιγυπτία

Το σπήλαιο όπου έζησε η Οσία Μαρία η Αιγυπτία στην έρημο του Ιορδάνου

Ο βίος της
Η Oσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο το 345 μ.Χ. Από νωρίς αναπτύχθηκε η ωραιότητα του σώματός της. Παρά τις συμβουλές γονέων και ιερέων, ακολούθησε το δρόμο της διαφθοράς και της ακολασίας για δεκαεπτά χρόνια.
Η θεία πρόνοια όμως δεν την άφησε. Ο πανάγαθος και πολυεύσπλαχνος θεός ενήργησε το ιδικό του σχέδιο σωτηρίας. Οδήγησε τα βήματά της εις τούς Αγίους Τόπους την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Φθάνοντας στην είσοδο της εκκλησίας η Μαρία αισθάνθηκε την ανάγκη να εισέλθει στην εκκλησία και να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό . Μάταια, όμως. Μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να περάσει την είσοδο του ναού.
Η αλλαγή στα βάθη της καρδιάς της ήδη είχε αρχίσει.
Παρακάλεσε την Παρθένο Μαρία να της επιτρέψει να εισέλθει στο ναό και να προσκυνήσει και θα ακολουθήσει την οδό της σωτηρίας και της λύτρωσης.
Έπειτα με θεία νεύση πήγε στην έρημο του Ιορδάνη, όπουεξομολογήθηκε και κοινώνησε το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Γιαπενήντα ολόκληρα χρόνια ακολούθησε αυστηρή άσκηση καιπροσευχή.
Δεν συνάντησε ποτέ κανέναν άνθρωπο, παρά μόνο τον ιερομόναχο Ζωσιμά ο οποίος λίγο πριν παραδώσει το πνεύμα της στον Κύριο της προσέφερε τον «άρτον της ζωής», τη Θεία Κοινωνία.
Με την αυστηρή της άσκηση έκαψε το αμαρτωλό παρελθόν της και συγχρόνως έγινε μεγάλο παράδειγμα μετανοίας.


H μνήμη της εορτάζεται την 1η Απριλίου και την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία καί η άκτιστος Θεία Χάρις


π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου
Σήμερα πέμπτη Κυριακή των Νηστειών, μνήμη της Οσίας μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας, που εκοιμήθη εν ειρήνη την πρώτην Απριλίου.
Ολόκληρη η Θεία Λειτουργία χριστιανοί μου, είναι μια δοξολογική προσφορά των πάντων, στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, στον Θεόν Πατέρα και στο Άγιον Πνεύμα. Είναι όμως και μια συνεχής ευχαριστία για όλα τα αγαθά πού ακόμα και χωρίς να το γνωρίζουμε μας παρέχει η αγάπη Του. Ιδιαίτερα για την δυνατότητα που μας δίνει ο Θεός, μέσα από τα Πανάχραντα Μυστήρια, να ξαναγίνουμε και πάλι παιδιά του, να μπορούμε να μετέχουμε πλούσια στη Θεία Του Χάρη.
Ο Βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας
Έτσι και η Οσία Μαρία η Αιγυπτία κατάπληκτη από το μεγαλείο της μακροθυμίας, και της αγάπης του Θεού, δεν έπαψε ούτε για μια στιγμή να μην εκφράζει την ευγνωμοσύνη και ευχαριστία της προς την άπειρη ευσπλαχνία Του.
Σαράντα οκτώ ολόκληρα χρόνια σκληρή άσκηση, νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, και πνευματική λατρεία.
Μέσα στην έρημο, ηγωνίζετο σκληρά η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, και η έρημος πλημμύριζε από ζωή. Η άμμος γέμιζε από λουλούδια και η φοβερή (ζέστη) και ο άρρητος εκείνος καύσωνας μεταβάλλονταν σε ουράνια δροσιά.
Για φίλους και συντροφιά, είχε τα άγρια θηρία. Και τα πάντα γύρω της πλημμύριζαν από το φως της τρισηλίου Θεότητος. Γι’ αυτό και ζούσε μέσα το αρχαίον κάλλος των Πρωτοπλάστων, πριν από την πτώση τους.
Και έτι περισσότερον ζούσε στη φυσική εκείνη κατάσταση, που με τα μάτια της ψυχής της ανοικτά, μέσα από την πνευματική διαφάνεια του φωτισμένου νοός της, εβίωνε και ησθάνετο με την καρδιά της την ενέργειαν και τους ανασασμούς του Παναγίου Πνεύματος.
Έτσι ζούσε η Οσία Μαρία. Τα πάντα γύρω της και μέσα της ήταν Παράδεισος. Η αμαρτία όμως πολεμήθηκε σώμα με σώμα. Ιδιαίτερα στην πάλη με τους λογισμούς, μέσα στο νου. Και ειδικότερα τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια, τα οποία ήσαν και τα σκληρότερα στην άσκησή της.
Εμείς όλοι άραγε οι σημερινοί Νεοέλληνες χριστιανοί πως ζούμε; Ακούμε τη φωνή της αρετής ή τη φωνή της αμαρτίας; Ακούμε την φωνή του Ευαγγελικού λόγου, ή τα συνθήματα του κόσμου του σημερινού της αμαρτίας;
Με την κάθε μας αμαρτία, με την κάθε μας δηλαδή άρνηση, στο να ακούσουμε, τη φωνή του Χριστού και της Εκκλησίας Του, που απευθύνεται στις καρδιές μας από τους αντιπροσώπους Του επί της γης, δηλαδή τους επισκόπους και πρεσβυτέρους, είναι σα να βρίζουμε τον εν Τριάδι Θεόν, να προσβάλλουμε το Ευαγγέλιο και τους ιερούς κανόνες και να υποτιμάμε ακόμα και τους ίδιους τους εαυτούς μας, επειδή είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν δική Του. Αν με πείσμα και με τη θέλησή μας παραβλέπουμε τις εντολές του Θεού, και ικανοποιούμε εγωιστικά τις επιθυμίες των διαφόρων παθών μας, τότε είμεθα άξιοι κολάσεως. Είμεθα άξιοι της μαύρης χάριτος. Όταν μας παρασέρνουν χριστιανοί μου τα διάφορα συνθήματα των ημερών μας, δαιμονοκρατούμεθα, και δεχόμεθα το σκοτάδι σαν φως και το φως σαν σκοτάδι.
Πρώτη έρχεται σε αξία η Εκκλησία και ύστερα η πολιτεία με τους νόμους της. Διότι πρώτα είμεθα πολίτες της Βασιλείας των ουρανών, και ύστερα πολίτες αυτής της γης. Η Αγία Γραφή που είναι η αδιάψευστος αλήθεια, μας βεβαιώνει ότι «ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει».
Κάθε αμαρτία είναι όχι μόνον μια βρισιά στην ανθρώπινη φύση μας που πλάστηκε κατ’ εικόνα Θεού, αλλά και φανερή ανταρσία κατά του Αγίου Θεού. Η φυσική όμως κατάσταση του βαπτισμένου ανθρώπου, είναι να ζει σύμφωνα με το Πανάγιο Θέλημα του Θεού, διότι Αυτός τον έπλασε. Όπως εκφράζεται από τους Αποστόλους, τους διαδόχους των Αποστόλων, τους διαδόχους αυτών και τους διαδόχους αυτών, μέχρι και σήμερα που είμεθα εμείς οι ιερωμένοι, με γνώμονα πάντοτε το Ευαγγέλιο και τους ιερούς κανόνες, που πηγάζουν μέσα από το πηδάλιον της Εκκλησίας.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, πρότυπο μετανοίας μέσα στους αιώνες, προτίμησε να υποστεί αφάνταστες ταλαιπωρίες, κακουχίες και στερήσεις μέσα στην έρημο, παρά να βρεθεί ξανά δούλη στην φρικτή αμαρτία.
Γιατί είναι όντως η αμαρτία φρικτή και πηγή κάθε δυστυχίας για τον κάθε Ορθόδοξο χριστιανό που με αυτήν βρωμίζει τον Χριστό και την πίστη Του. Η αμαρτία είναι κρίσις με τον Θεόν. Είναι ανταρσία κατά του Θεού. Η αμαρτία λερώνει και κουρελιάζει τον χιτώνα του Αγίου Βαπτίσματος. Γι’ αυτό και απαιτείται η μετάνοια που αποκαθιστά τις σχέσεις μας με τον Θεόν, μας δικαιώνει μέσα από το έμπρακτο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, και μας καθιστά πάλι παιδιά του, παιδιά της Βασιλείας των Ουρανών.
Η Εκκλησία μας αδελφοί μου, μέσα στην πατρίδα μας αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, ιδιαίτερα όμως σε μας, έχει ναούς, ναούς και ναούς και εξωκκλήσια και παρεκκλήσια σε κάθε γωνιά της γης μας. Έχει όμως αρχιερείς, έχει πρεσβυτέρους, έχει διακόνους, έχει τα πανάγια σωστικά μυστήρια, αλλά έχει και ιερούς κανόνας, όπως και την Ιεράν Παράδοσιν. Έχει το Ευαγγέλιο, την Αγία Γραφή, έχει Αγίους, έχει μάρτυρας, ιεράρχες και οσίους. Και όλως ιδιαιτέρως έχει το Αίμα του Ιησού Χριστού, το εκχυθέν υπέρ του κόσμου ζωής και σωτηρίας. Όποιος χριστιανός τα αρνείται όλα αυτά που είπαμε, είναι σαν να προδίδει τον Χριστόν, όπως ο Ιούδας.
Η Οσία όμως Μαρία δεν πρόδωσε το Βάπτισμά της. Αγωνίστηκε γενναία, υπέφερε απερίγραπτους πειρασμούς, και δυσκολίες, ακριβώς για να μην ολιγοψυχήσει, και γυρίσει πίσω στην αμαρτία, στον ίδιον ξέραμα. Γι’ αυτό πόνεσε, ίδρωσε, έλειωσε, μάτωσε και υπέφερε μέχρι εξαντλήσεως. Όχι για μια μέρα, όχι για μια βδομάδα για ένα μήνα, για ένα χρόνο, αλλά για σαράντα οχτώ ολόκληρα χρόνια. Τα έδωσε όλα, ακόμα και τη ζωή της, για να μην προδώσει τον Χριστόν, με κάποια αμαρτία έστω και μέσα στο μυαλό, με τη σκέψη και με τον λογισμό της. Έδωσε το αίμα της, και έλαβε την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Το βεβαιώνουν και οι Πατέρες, «Δώσε αίμα και λάβε πνεύμα». Και αυτή η Θεία Χάρη που παίρνει ο κάθε χριστιανός με το Άγιον Βάπτισμα, είναι η ίδια που τον φρουρεί, που τον φωτίζει, που τον οδηγεί στη σωστή πίστη, στο ορθό δόγμα, στις ορθές πράξεις, στην άσκηση, στο αγγελικό πολίτευμα ή στον σώφρονα γάμο, στην ομολογία, ακόμα και στο μαρτύριο. Αυτή η Χάρις, είναι η άκτιστη Θεία Χάρις του εν Τριάδι Θεού. Αυτή η άκτιστη Χάρις είναι το φως εκείνο το γλυκύτατο, που καταυγάζει και φωτίζει ψυχές και σώματα ακόμα δε και αυτήν την άψυχον κτίσιν. Ιδιαιτέρως καταυγάζει τις ψυχές και τα σώματα, εκείνων εκ των αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που όχι μόνον αγαπούν και ποθούν ειλικρινά τη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά είναι έτοιμοι να χύσουν και το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού την Αγία.
Αυτή η Θεία Χάρις αδελφοί μου, είναι αναστάσιμη χαρά, που προσφέρει πνεύμα ζωής, και τροφή αθανασίας. Είναι δύναμις πνευματική, που με χαρά υπομένει θλίψεις, στεναχώριες, αρρώστιες, βάσανα, πρόωρους θανάτους και αναπηρίες και πειρασμούς της ζωής. Είναι φως στο δρόμο της ζωής μας. Είναι σιγουριά και ασφάλεια στις επιθέσεις της κακίας του κόσμου και στο φθόνο των δαιμόνων. Και όλα αυτά που είπαμε, δεν είναι κάποια έτσι ωραία λόγια, για να κάνουμε καλή εντύπωση και να πούμε «τι ωραία τα είπε ο παπάς», ή έτσι τα είπαμε για να περάσει η ώρα, και να πούμε ότι κάναμε ένα κήρυγμα δήθεν σπουδαίο, όχι. Όλα αυτά είναι πνευματικές εμπειρίες με θεία γνώση, που προσφέρει η Εκκλησία μας, μέσα από την κάθε Θεία Λειτουργία, όπως την προσέφερε και σήμερα, και θα την προσφέρει σε λίγο με την Θεία Κοινωνία. Έτσι αποφεύγοντες την αμαρτία, - πόσοι από μας την αποφεύγουμε –ζούμε από τώρα τον αρραβώνα της τελειότητος της Βασιλείας των Ουρανών. Γι’ αυτό άλλωστε ερχόμεθα στην Εκκλησία, για να λάβουμε την παντοδυναμία και τον φωτισμό της Θείας Χάριτος, ώστε αποτελεσματικά να αντιμετωπίσουμε το τριπλό κακό της ζωής. Τον κόσμο, τη σάρκα, το διάβολο. Και πολεμώντας ειδικά το διάβολο, πολεμούμε και όλους τους εχθρούς της πίστεως, με την μάχαιρα του πνεύματος ό εστί ρήμα Θεού, δηλαδή, ο φωτεινός και κοφτερός πνευματικός λόγος του Θεού.
Η Θεία Χάρις είναι ακόμα χριστιανοί μου, και ουράνια πνευματική αφή, διότι όπως κάποιος αισθάνεται τα ρούχα που φοράει επάνω του, και όλοι μας αισθανόμαστε τα ρούχα που φοράμε επάνω μας αυτή τη στιγμή και γω μαζί με τα ρούχα και τα ιερά άμφια, έτσι και ο χαριτωμένος χριστιανός αισθάνεται ντυμένος από το ένδυμα της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, και είναι όλος φως.
Σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή πνευματικής προσευχής, και ειδικότερα της νοεράς καρδιακής προσευχής, ή και της θείας μεταλήψεως ύστερα από λίγο, αισθάνεται βιωματικά την ακατάληπτη αυτή ουράνια αφή, ως άλλο ένδυμα να τον καταλαμβάνει ολόκληρο. Είναι σαν να ενδύεται λαμπερά ενδύματα φωτός, σαν και αυτά που φορούσε η Οσία Μαρία η Αιγυπτία στην έρημο, τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής της.
Αυτό το θείον άκτιστο φώς, η δόξα και η βασιλεία και η μεγαλοσύνη, του θεανθρωπίνου προσώπου, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που περιέλαμψε και τους τρείς μαθητάς, στο όρος Θαβώρ, τον Πέτρο τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, την ώρα της μεταμορφώσεως, είναι το ίδιο που συνοδεύει όπως προείπαμε την ασκητική ζωή της Οσίας Μαρίας, που φώτιζε το δρόμο της ερήμου και που της έδινε δύναμη και πίστη για να υπομένει αγόγγυστα τους πειρασμούς και τις θλίψεις, και προπαντός την ατέλειωτη μοναξιά μέσα στον αφόρητο καύσωνα της ερήμου.
Είναι το ίδιο άκτιστο φως, που την δρόσιζε την ημέρα και την θέρμαινε την νύχτα, όχι όμως χωρίς κόπο και δάκρυα.
Είναι το ίδιο που της έτρεφε το μαραμένο σώμα και της γλύκαινε τα διψασμένα χείλη της.
Είναι εκείνο το ίδιο που διαποτίζει και τα ιερά λείψανα και τα ενδύματα των αγίων, για προσέξτε το, γιατί όταν προσκυνάμε και ασπαζόμεθα τα Ιερά Λείψανα, μπορεί η ψυχή απ’ αυτά να έχει φύγει, έμεινε όμως η άκτιστος χάρις του Παναγίου Πνεύματος, και προσκυνούντες αυτά τα ιερά λείψανα, ή το ιερό σκήνωμα ενός αγίου, προσκυνούμε την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και ευωδιάζουν.
Είναι το ίδιο φως, που και σε όλους εμάς που είμεθα γνήσια παιδιά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δίνει ζωή και δύναμη, κουράγιο και νόημα, νόημα της αληθινής εν Χριστώ ζωής στην ύπαρξή μας. Γιατί μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι χριστιανοί δεν καλούνται να γίνουν μόνον καλοί άνθρωποι, καλούς ανθρώπους έχουμε πολλούς, δόξα σοι ο Θεός, και πιστεύω ότι όλοι μας εδώ μέσα, είμαστε πολύ καλοί άνθρωποι. Αμ δέν χρειαζόμαστε καλούς ανθρώπους. Θέλουμε αγίους χριστιανούς, που να γίνουν θεοφόροι και πνευματοφόροι. Καλούνται δηλαδή να γίνουν συμμέτοχοι στο θεομένο Σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και συμμέτοχοι στο Σώμα της Εκκλησίας.
Και έτσι να τρέφονται απ’ την αστείρευτη πηγή του Θείου Λόγου, το Ιερόν Ευαγγέλιον, και να αναπνέουν το άκτιστο οξυγόνο της αιωνιότητος, τη Χάρη δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, που μεταδίδεται ειδικότερα από το ιερό μυστήριο της Θείας Μεταλήψεως, της Θείας Ευχαριστίας, της Θείας Μεταλαβιάς. Και όταν κοινωνούν τα παιδιά σας, κοινωνάτε και σεις. Είστε το ίδιο αίμα..
Για προσέξτε καλά τους λογισμούς, και τις σκέψεις σας εκείνη τη στιγμή. Ο ιερεύς στέκεται μπροστά στην Ωραία Πύλη, ή στο πλάι και μεταδίδει την Θεία Κοινωνία. Προσέξτε σας παρακαλώ. Πόσο πολύ εύκολα φεύγει η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος απ’ το Άγιο Ποτήριο και μπορεί να εισέλθει στις ψυχές σας. Αρκεί να φωνάζετε το «ήμαρτον» και το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Η σημερινή εορταζομένη Αγία Μαρία η Αιγυπτία, καλεί όλους τους σημερινούς νεοέλληνες Ορθοδόξους χριστιανούς, και μας, εδώ που είμαστε σήμερα εκκλησιαζόμενοι στο ναό της Αγίας Βαρβάρας να την μιμηθούμε. Όχι βέβαια στην ασκητική ζωή της ερήμου, αλλά στην πνευματική ζωή, στον πνευματικό αγώνα κατά των παθών και των δαιμόνων, και ιδιαιτέρως να την μιμηθούμε στην μετάνοια. Διότι μόνον με την μετάνοια, θα γεμίσουμε από φως και Θεία Χάρη. Η μετάνοια αληθινή θα ανοίξει τον δρόμο της σωτηρίας.
Χριστιανοί μου, μετανοείτε, μετανοείτε,
ήγγικεν γαρ η Βασιλεία των Ουρανών.
Χριστιανοί μου, ο Κύριος εγγύς,
Αμήν.

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Ο άγιος Γρηγόριος ο Ε'



Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ ΥΣΤΕΡΑ 
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
ΝΕΟΙ ΑΓΡΙΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

        Η είδηση για την έναρξη της επαναστάσεως στην Πελοπόννησο έφθασε στην Κωνσταντινούπολι προς το βράδυ της 31ης Μαρτίου και η είδηση για την επανάσταση στην ανατολική Στερεά Ελλάδα λίγες ημέρες αργότερα.
Ο σουλτάνος καταλήφθηκε από μεγάλη ταραχή και αντέδρασε όπως και όταν πριν ένα μήνα είχε μάθει την κήρυξη της επαναστάσεως από τον Υψηλάντη. Ενέμεινε ωστόσο στην ίδια εκτίμηση της καταστάσεως και των κινδύνων για την οθωμανική αυτοκρατορία. Αν και είχε μεσολαβήσει η αποδοκιμασία από τον Ρώσο αυτοκράτορα του Υψηλάντη και του κινήματός του και η Ρωσία τηρούσε ουδετερότητα στη Μολδοβλαχία ο σουλτάνος και οι σύμβουλοί του εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι η ρωσική στάση ήταν απλώς «επίδειξις αποδοκιμασίας», ότι ήταν αδύνατον οι «ραγιάδες» να τόλμησαν την επανάσταση μόνοι τους χωρίς υποκίνηση από τη Ρωσία, ότι ήδη με την επανάσταση και στη νότια περιοχή της Βαλκανικής, ύστερα από την επανάσταση στις βόρειες επαρχίες της, προχωρούσε η εφαρμογή του γενικότερου επαναστατικού σχεδίου και έπρεπε να αναμένεται η εξέγερση και μέσα στην Κωνσταντινούπολι.

Συνέπεια της εκτιμήσεως αυτής ήταν να εξακολουθήσουν να θεωρούνται ως κύρια μέτωπα η Μολδοβλαχία, που ήταν προωθημένη θέση για τη συγκράτηση των Ρώσων, και η ίδια η Κωνσταντινούπολις έπρεπε άρα να συνεχιστή η αποστολή στρατευμάτων προς τον Δούναβη και η συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων στρατού και στόλου στην πρωτεύουσα, προς μεγάλη ωφέλεια της Επαναστάσεως στην Ελλάδα, που η αντιμετώπισή της, κατά τους πρώτους μήνες, αφέθηκε βασικά στις επιτόπιες τουρκικές δυνάμεις.
Θεωρήθηκε εξ άλλου από τον σουλτάνο και τους συμβούλους του, υπό την επήρεια και των αισθημάτων εκδικήσεως εναντίον των Ελλήνων, ότι το αποτελεσματικότερο μέτρο για τη μη εξάπλωση της επαναστάσεως στην Ελλάδα και σε άλλες επαρχίες και για την καταστολή της στις ήδη επαναστατημένες περιοχές ήταν η εξαπόλυση τρομοκρατίας.
Έτσι, άρχισε, από την Κωνσταντινούπολι πρώτα, νέο κύμα άγριων διωγμών που επεκτάθηκε σε όλες σχεδόν, τις περιοχές της αυτοκρατορίας, όπου υπήρχαν ελληνικοί πληθυσμοί στη διάθεση των τουρκικών αρχων.

 
Ο ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821 (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ)
Ήδη την 1η Απριλίου οργανώθηκε οχλαγωγική διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολι με επικεφαλής φανατικούς «σοφτάδες», τρόφιμους σπουδαστές των ιερατικών σχολείων. Οι διαδηλωτές, αφού διέτρεξαν επί ώρες τους δρόμους της πρωτεύουσας με κραυγές και απειλές εναντίον των απίστων, καταπάτησαν την έξω από το τείχος ελληνική εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, την λεηλάτησαν και την έκαψαν.
Ο κύριος σκοπός των οργανωτών της διαδηλώσεως ήταν να προκληθεί σύγκρουση με Έλληνες «επαναστάτες» και έτσι να υπάρξει πρόσχημα για τη γενική σφαγή των απίστων, χωρίς η πραγματοποίησή της να παρεβαίνη τον τουρκικό νόμο και δίχως να παρέχει επιχειρήματα για επέμβαση της Ρωσίας, που οι Συνθήκες της παρείχαν δικαίωμα προστασίας των Χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έλληνες «επαναστάτες» όμως δεν εμφανίσθηκαν στους δρόμους, όπως φαντάσθηκαν οι τούρκοι. Οι Έλληνες κλείσθηκαν στα σπίτια τους. Δεν δόθηκε έτσι πρόσχημα για τη γενική σφαγή.

Ο σουλτάνος εφάρμοσε τότε τη μέθοδο των μερικών σφαγών και των θανατώσεων εκλεκτών Ελλήνων, αυτών ιδίως που κατείχαν ηγετικές θέσεις. Αλλα οι εγκληματικές αυτές πράξεις, αντί να τρομοκρατήσουν και να κάμψουν τους Έλληνες επαναστάτες, τους φανάτισαν και τους συσπείρωσαν περισσότερο και αντί να εξασθενίσουν, ενδυνάμωσαν την Επανάσταση.
Εν τω μεταξύ, ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε', που είχε κατορθώσει κατά τον Μάρτιο να διασώσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς, τους υποκείμενους στην εξουσία των Τούρκων, από τους μείζονες κινδύνους που είχαν προκύψει ως συνέπεια της αντιδράσεως του σουλτάνου στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας, αντιλήφθηκε, όταν έμαθε την επανάσταση της Πελοποννήσου, ότι θα άρχιζε νέος κύκλος αγριώτερων διωγμών. Προβλέποντας ότι ο σουλτάνος θα στρεφόταν εναντίον των κορυφαίων του Έθνους, έσπευσε στο σπίτι του μεγάλου διερμηνέως Κωνσταντίνου Μουρούζη και τον προέτρεψε να φύγει, ώστε να σωθεί, λέγοντάς του, σύμφωνα με την αφήγηση του Φιλήμονος:
«Αφετέ με να πληρώσω εγώ την εκδίκησιν του τυράννου. Είμαι γέρων, καταβαίνων τον τάφον. Το σχήμα μου, η λειτουργία μου, με καλούσιν εις θυσίαν υπέρ του ποιμνίου. Σωθείτε όμως υμείς, διότι έχετε και ηλικίαν και ικανότητα και θέσιν κοινωνικήν, να υπηρετήσετε την πατρίδα».

Ο Κ. Μουρούζης «ουδόλως... κατώτερος των περιωνύμων Γεωργίου και Δημητρίου, ... της αυτής οικογενείας» απάντησε στον πατριάρχη: «Γνωρίζω την τύχην ήτις με αναμένει. Αλλά, αν φύγω εγώ, σώζω μεν την ζωήν μου, θέλω όμως ιδεί εξαγορασθησομένην αυτήν δια του αίματος απείρων αθώων. Η φυγή μου θέλει βεβαιώσει έτι μάλλον τα περί ενοχής του γένους υποψίας του σουλτάνου, και η γενική σφαγή θέλει παρακολουθήσει ταύτην. Συμφέρει ένα απολέσθαι υπέρ του λαού. Ας θυσιασθώ εγώ, Δεσπότη μου αλλ' ας σωθώσιν οι άλλοι, ας σωθή το έθνος». Έτσι και ο πατριάρχης και ο μέγας διερμηνέας παρέμειναν στις θέσεις τους, για να υπερασπισθούν όσο μπορούσαν το έθνος.

Ο σουλτάνος στράφηκε πρώτα εναντίον του μεγάλου διερμηνέως. Για την ενοχοποίησή του χρησιμοποιήθηκε σκευωρία. Τη Μεγάλη Δευτέρα, 4 Απριλίου, ενώ πήγαινε στην υπηρεσία του, άγνωστος τον πλησίασε έξω από την πόρτα του «πασά - καπούσου» και του έδωσε επιστολή με υπογραφή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Ο Μουρούζης αναγνώρισε ότι η υπογραφή ήταν πλαστή και παρουσίασε αμέσως την επιστολή στον τούρκο υπουργό των Εξωτερικών, που τον καθησύχασε. Αλλά, ενώ έβγαινε από την αίθουσα, τον άρπαξε ο δήμιος και τον οδήγησε στο «γιαλί - κιοσκιού», όπου σε λίγα λεπτά εμφανίσθηκε ο ίδιος ο σουλτάνος, για να παρακολουθήσει τη θανάτωση του μεγάλου διερμηνέως. Εκείνος πρόφθασε και του φώναξε στην τουρκική γλώσσα:

«Αιμοβόρε σουλτάνε! σουλτάνε άδικε! σουλτάνε άθλιε! η τελευταία ώρα της βασιλείας σου εσήμανε αι ωμότητές σου τιμωρηθήσονται ο Θεός εκδικήσοι σοι το ελληνικόν έθνος». Αμέσως θανατώθηκε από τον δήμιο με αποκεφαλισμό. Έτσι τελείωσε τη ζωή του, σε ηλικία 32 ετών, ο Κωνσταντίνος Μουρούζης, «αναμφιβόλως», όπως γράφει o Κούμας, «ο αγαθοφρονέστατος πάντων των συγχρόνων του φαναριωτών».

Επακολούθησαν όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα θανατώσεις εγκρίτων Ελλήνων. Έτσι, θανατώθηκαν ο βάνος Μαυροκορδάτος, ο Παναγιώτης Χαντζέρης, ο βάνος Νικόλαος Χαντζέρης, ο σπαθάρης Δημήτριος Χαντζέρης, ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος από την Πελοπόννησο, ο Αντώνιος Τσίρας από την Πελοπόννησο και ο γιός του Στέφανος, ο βάνος Παναγιώτης Τσέγκης, ο Τσορμπατσόγλου με άλλους τέσσερεις άγνωστους, ο αγάς Αλέξανδρος Ράλλης, ο παχάρνικος Γεώργιος και ο κλουτσιάρης Ζαφείρης από τα Θεράπεια και άλλοι.

Εν τω μεταξύ η Πύλη διέταξε τον πατριάρχη να στείλη απογραφή των ελληνικών οικογενειών που έμεναν στο Φανάρι με τα ονόματα των ανδρών, τις πατρίδες και τα επαγγέλματά τους. Ήθελε να έχει κατάλογο των «αρχοντικών» προσώπων και των μετοίκων Πελοποννησίων, Στερεοελλαδιτών και Αιγαιοπελαγιτών, ώστε να επιλέγει εύκολα τα θύματα, ανάλογα με τις αποφάσεις της κάθε φορά. Επειδή δεν υπήρχε τέτοια απογραφή, ανέλαβαν να την πραγματοποιήσουν δύο Τουρκοκρήτες, που γνώριζαν ελληνικά, με δύο εφημέριους ως οδηγούς των.

Συγχρόνως εκδόθηκε διάταγμα, που απαγόρευε με ποινή θανάτου την αναχώρηση των ραγιάδων υπό οποιαδήποτε σημαία. Ζητήθηκε σχετική συγκατάθεση των πρέσβεων των ευρωπαϊκών δυνάμεων και δόθηκε. Απέκτησαν έτσι οι τουρκικές αρχές το δικαίωμα να ενεργούν έρευνα στα πλοία των δυνάμεων αυτών. Έστειλαν μάλιστα οι πρέσβεις διαταγές στους προξένους των σε όλη την οθωμανική επικράτεια, να μην παρέχουν στους Έλληνες άσυλο ή υπεράσπιση, ούτε να επιτρέπουν στους πλοιάρχους να δέχωνται φυγάδες. Μόνο o πρέσβυς της Ρωσίας Στρόγανωφ δεν παραδέχθηκε το απάνθρωπο αυτό διάταγμα της Πύλης και υποστήριξε ότι αντέβαινε στις Συνθήκες. Με το μέτρο αυτό της απαγορεύσεως των αναχωρήσεων ήθελε η Πύλη να αποτρέψει την ενίσχυση των επαναστατών στην Ελλάδα με φυγάδες, αλλά και να έχει στην Κωνσταντινούπολι και τις άλλες πόλεις «επί το προχειρότερον πλείονα θύματα κατά τας περιστάσεις».

            Ο πατριάρχης είχε τη δυνατότητα να διαφύγει παρ' όλα αυτά τα μέτρα, αλλά έκρινε πάντοτε, ότι όφειλε να παραμείνη ως το τέλος στη θέση του. Στις προτροπές να φύγη, όταν γνώσθηκε η επανάσταση της Πελοποννήσου, απάντησε, όπως αναφέρει βιογράφος του:
«Με προτρέπετε εις φυγήν μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών πόλεων των Χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, όπως εγώ μετημφιεσμένος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικί οιουδήποτε ευεργετικού ημών πρεσβευτού, ν' ακούω δ' εκείθεν πως οι δήμιοι κατακρεουργούσι τον χηρεύσαντα λαόν ουχί. Εγώ δια τούτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, ουχί δε όπως απολέσω τούτο δια της χειρός των γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρα η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ήγεμόνες δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως πως η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω μου. Οι Έλληνες, οι άνδρες της μάχης, θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ' υπομονής εις ό,τι και αν μου συμβεί... Ναι ας μη γείνω χλεύασμα των ζώντων δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της 0δησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος διερχόμενος εν μέσω των αγίων να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες :Ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης. Αν το έθνος μου σωθεί και θριαμβεύσει τότε πέποιθα ότι θα μου αποδώσει θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου... Υπάγω όπου με καλεί ο νους μου, ο μέγας κλήρος του έθνους και ο πατήρ ο ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρωπίνων πράξεων».
Ως το Μεγάλο Σάββατο οι τούρκοι είχαν θανατώσει μόνο λαϊκούς Έλληνες. «Έμεινε...», όπως γράφει ο Κούμας, «να επιφερθή ποινή εις τον κλήρον, ως εγγυητήν της υπακοής των Χριστιανών. Δια να γείνη επαισθητοτέρα, και ως καθόλου του Χριστιανικού γένους επαγομένη, επρόσμενεν η Οθωμανική αυλή την ημέραν του Πάσχα» και αποφάσισεν να θανωτώση και τον ίδιο τον πατριάρχη.

Στις 10 το πρωί της Κυριακής του Πάσχα, 10ης Απριλίου, έφτασε στα Πατριαρχεία ο νέος μέγας διερμηνέας Σταυράκης Αριστάρχης και κατευθύνθηκε στη μεγάλη αίθουσα, το «μεγάλον συνοδικόν». Ανέβηκε τότε εκεί και ο πατριάρχης, και συνδιαλεγόταν μαζί του, ενώ εκείνος έκρυβε τον λόγο της αποστολής του και την ταραχή του όσο μπορούσε. Έφτασαν σε λίγο οι αρχιερείς που κατοικούσαν κοντά, αμέσως ακούσθηκε θόρυβος από άλογα στην αυλή και παρουσιάστηκαν στην αίθουσα, «μορφήν φέροντες τεράτων! αγριωπών», όπως γράφει ο Φιλήμων, «ο γενιτσάραγας, ο μποσταντσίμπασης, ο τσαουσλάρ εμινή, ο κεσεδάρης του υπουργού τωv εξωτερικών και άλλοι πολλοί ..,. μέχρι πεντήκοντα».

Ο Πατριάρχης τότε κατάλαβε τον λόγο της παρουσίας τους και ζήτησε να του φέρουν «τον τρίβωνα και το επανω­καλύμαυχον». Τα φόρεσε και αποσύρθηκε στο κάτω μέρος της αίθουσας. Ο μέγας διερμηνέας σηκώθηκε όρθιος και διάβασε διάταγμα παύσεως του πατριάρχη και εξορίας του. Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε', που δεν ήταν πια ούτε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ούτε πατριάρχης, στράφηκε, στην έξοδο της αίθουσας. Τον περιστοίχισαν τότε οι τούρκοι και ο κεσεδάρης τον οδήγησε στην αποβάθρα του Φαναρίου όπου τον επιβίβασαν σε ακάτιο μαζί με τον ανεψιό του Δημήτριο και τον ιεροδιάκονο Αγάπιο, που τον συνόδευαν. Το ακάτιο όμως, αντί να κατευθυνθεί προς το Καδίκιοϊ (Χαλκηδόνα), τον τόπο της εξορίας, σύμφωνα με το διάταγμα, στράφηκε προς το γιαλί - κιοσκιού, οπότε φάνηκε ότι είχε αποφασισθεί η θανάτωση του πατριάρχη. Μετά την αποβίβαση τον έκλεισαν στην τρομερή φυλακή του μποσταν­τσίμπαση.

Εν τω μεταξύ στα Πατριαρχεία, όπου είχαν συγκεντρωθεί για την εκλογή νέου πατριάρχη, οι αρχιερείς, οι ηγεμόνες Αλέξανδρος Καλλιμάχης και Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ο μέγας διερμηνέας, ο μέγας λογοθέτης της Εκκλησίας Στέφανος Μαυρογένης, οι πρόκριτοι και οι προϊστάμενοι των Συντεχνιών, διάβασε πάλι ο μέγας διερμηνέας το διάταγμα για την έκπτωση του πατριάρχη και την εκλογή νέου:
«Επειδή ο πατριάρχης Γρηγόριος εφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου, αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην και ραδιούργος, γίνεται έκπτωτος της θέσεώς του και τω προσδιορίζεται διαμονή εις το Καδίκιοϊ μέχρι δευτέρας διαταγής... Μη επιθυμούσα η Υψηλή Πύλη να στερήσει τους πιστούς της υπηκόους από της πνευματικής κηδεμονίας του κοινού πατρός των, διατάττει να εκλέξωσι πατριάρχην κατά την ανέκαθεν συνήθειά των».
 Η εκλογή όμως καθυστερούσε. Οι καταλληλότεροι για τον πατριαρχικό θρόνο αρχιερείς παρακαλούσαν να μην εκλεγούν. Έφθασε τότε νέα, αυστηρή διαταγή της Πύλης, να γίνη αμέσως η εκλογή. Τελικά δέχθηκε ο Πισιδίας Ευγένιος, Φιλιππουπολίτης. Εφοδιάσθηκε αμέσως με τη συστατική αναφορά και πήγε στην Πύλη σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Όταν γύρισε, έγινε δεκτός με τις συνηθισμένες τυπικές τιμές και επακολούθησε η δοξολογία μέσα σε ατμόσφαιρα κατήφειας, θλίψεως και αγωνίας.

Μετά την αναχώρηση από την Πύλη του νέου πατριάρχη οι τούρκοι βγάλανε από τη φυλακή τον πατριάρχη Γρηγόριο, τον επιβίβασαν πάλι σε ακάτιο με συνεπιβάτη τον κοτσίμπαση (αρχιβασανιστή) και απομάκρυναν τους δικούς του συνοδούς. Το ακάτιο, κυκλωμένο από άλλα, με 4 ως 5 στρατιώτες, κατευθύνθηκε πίσω στην αποβάθρα του Φαναρίου, όπου και αποβίβασαν τον πατριάρχη με τα χέρια του δεμένα πίσω. Εκεί άγριο πλήθος Τούρκων ενόπλων και στρατιωτών είχε συγκεντρωθεί και περίμενε, γαυριώντας, να παρακολουθήσει τη θανάτωση του αρχηγού των Ελλήνων, "ως πρώτου δήθεν και κυρίου αρχηγού της επαναστάσεως της Πελοποννήσου."

Ο πατριάρχης Γρηγόριος προχώρησε λίγα βήματα, γονάτισε και έσκυψε το κεφάλι, περιμένοντας το μαχαίρι του δημίου. Αλλά ο κοτσίμπασης του έδωσε λάκτισμα και του είπε αγρία «καλκ γιου ρου» (σήκω και προχώρα) και, όπως ο πατριάρχης από το γήρας και την εξάντληση δεν μπορούσε να σηκωθεί, τον βοήθησε o ίδιος. Δυό στρατιώτες τον υποβάσταζαν για να συνεχίσει την πορεία στον ανηφορικό δρόμο προς τα Πατριαρχεία.

Όταν έφτασαν εκεί χρειάσθηκε να περιμένουν. Είχε αποφασιστεί για τον πατριάρχη θάνατος με απαγχονισμό και ως θέση η μεσαία από τις τρείς εξωτερικές θύρες των Πατριαρχείων ετοίμαζαν τότε την αγχόνη με δοκούς που έμπηγαν στον θριγκό του τοίχου επάνω από τη θύρα αυτή και δεν είχε τελειώσει ακόμη η εργασία. Κατά τον χρόνο της αναμονής ο πατριάρχης προσευχόταν. Όταν όλα συμπληρώθηκαν, ο μποσταντσήμπασης του είπε με βροντώδη φωνή, όπως αναφέρει ο Φιλήμων: «Κακούργε, ουκ ει συ ο διαφθείρας τους δούλους του σουλτάνου, του καταφυγίου του κόσμου; ουκ ει συ ο ωθήσας τους απίστους υπηκόους εις την αποστασίαν;...» και έδωσε διαταγή στους δημίους. Αυτοί τον έσυραν στην αγχόνη. Ο θάνατός του επήλθε αμέσως.

 
Στο στήθος του αναρτήθηκε έγγραφο, που ανέφερε την αιτία της καταδίκης του:
«Επειδή χρέος των ανωτέρων και των αρχηγών, οιουδήποτε έθνους, είναι το επαγρυπνείν νυχθημερόν επί των εις την επιτήρησιν αυτών εμπεπιστευμένων προσώπων, το πληροφορείσθαι περί πασών των πράξεων αυτών και αναφέρειν εις την κυβέρνησιν πάντα τα μεταξύ αυτών ανακαλυπτόμενα εγκλήματα και οι Πατριάρχαι, όντες επίσης, ως εκ της θέσεως αυτών, ανώτεροι και αρχηγοί των υπηκόων, οίτινες ζώσιν εν ασφαλεία υπό την σκιάν της αυτοκρατορικής εξουσίας, οφείλουσιν, ίνα προ πάντων ώσιν άμωμοι, έντιμοι, χρηστοί και ειλικρινείς κεκτημένοι δε τας ιδιότητας ταύτας, αφ' ου εννοήσωσι τας αγαθάς και κακάς κλίσεις λαού τίνος, οφείλουσιν, ίνα προλαμβάνωσιν εγκαίρως τας κακάς δι' απειλών τε και συμβουλών, εν ανάγκη δια τιμωριών κατά τα παραγγέλματα της θρησκείας αυτών, και πληρούσιν ούτω μέρος της ευγνωμοσύνης ην οφείλουσι τη υψηλή Πύλη δια τας ευεγερσίας και τας ελευθερίας, ην απολαύουσιν υπό την αγοθοεργόν αυτής σκιάν.

Αλλ' ο άπιστος Έλλην Πατριάρχης, όστις όμως έδωκε προηγουμένως τοσαύτα αφοσιώσεως δείγματα, δεν ηδυνήθη να μη συμμεθέξη νυν εις τας στάσεις και την επανάστασιν του έθνους αυτού, επιχειρισθείσαν υπό διαφόρων διεφθαρμένων ανθρώπων, επιλαθομένων εαυτών και παρασυρομένων υπό διαβολικών και χιμαιρικών ιδεών χρέος δε αυτού ην, όπως διδάξη τους αμαθείς, ότι προέκειτο ενταύθα περί επιχειρήσεως ματαίας, ουδέποτε δυναμένης ίνα πραγματοποιηθή, επειδη τα κακα σχέδια ουδέποτε θριαμβεύουσι κατα της μωαμεθανικης ισχύος και θρησκείας, λαβουσών την ύπαρξιν αυτών παρά του θεού από χιλίων και πλέον ετών, και διατηρηθησομένων μέχρι της τελευταίας κρίσεως, ως βεβαιεί ημάς ο ουρανός δια αποκαλύψεων και θαυμάτων. Εν τούτοις ένεκα της διαφθοράς της καρδίας αυτού ου μόνον δεν εγνωστοποίησεν, ουδ' ετιμώρησε τους απλούς ανθρώπους, οίτινες επλανήθησαν, αλλά, κατά πάσαν πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως, ώστε αναποφεύκτως σχεδόν άπαν το Ελληνικόν έθνος, εν υπάρχουσι πολλοί αθώοι και δυστυχείς υπήκοοι, ουδέ την ελαχίστην ταύτης γνώσιν έχοντες, θέλει καταστραφή ίσως εκ θεμελίων και καταστή το αντικείμενον της οργής του Θεού.

Όταν η αστυνομία επληροφορήθη περί της επαναστάσεως, και αφ' ου αυτή εγνώσθη υπό του κοινού, η υψηλή Πύλη, υπό μόνης της συμπαθείας προς τους δυστυχείς αυτής υπηκόους ορμουμένη, εζήτησεν ίνα επαναγάγη αυτούς δια της γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας, και διεύθυνεν επί τούτω προς τον Πατριάρχην προσταγήν, διαλαμβάνουσαν διαταγάς και συμβουλάς αναλόγους προς τον σκοπόν τούτον, μετά διαταγής προς τον Πατριάρχην, όπως αναθεματίση πάντα τα μέρη του τόπου, ένθα ο τρόπος ούτος κατέστη αναγκαίος κατά των συμμετασχόντων της επαναστάσεως υπηκόων.

Άλλ' αντί να δαμάση αυτούς, και πρώτος αυτός να επανέλθη εις το χρέος αυτού, αυτός ο άπιστος υπήρξεν υπέρ πάντα άλλον ο άξων πασών των αταξιών, των μέχρι του δεδιαταραξασών την κοινήν ησυχίαν, επείσθημεν, ότι και αυτός εγεννήθη εις Πελοπόννησον, και ότι συμμετέσχε πασών των βιαίων πράξεων, ας τινές υπήκοοι πεπλανημένοι έπραξαν εκεί και εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτω λοιπόν αυτός ο ίδιος υπήρξεν αίτιος της εξοντώσεως και της απωλείας, ην βεβαίως θέλουσιν υποστεί τη βοήθεια του Θεού. Επειδή δε επείσθημεν απανταχόθεν περί της προδοσίας αυτού ου μόνον κατά της υψηλής Πύλης, αλλά και κατά του ιδίου αυτού έθνους, αναγκαίον κατέστη, όπως αφαιρεθή το σώμα του από της γης και δια τούτο απηγχονίσθη, ίνα χρησιμεύση εις παράδειγμα δια τους λοιπούς.»
Εξεδόθη την 19 του μηνός Ρετζέπ έτος 1230
10 Απριλίου 1821

ΠΗΓΗ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛ.ΕΘΝΟΥΣ ΕΚΔ.ΑΘΗΝΩΝ
 
Ο Άγιος Γρηγόριος Ε΄

Ο Γρηγόριος Ε΄ (1746-1821) από τους επιφανέστερους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως (1797-1798, 1806-1808, 1818-1821) εθνομάρτυρας από τους διαπρεπέστερους του απελευθερωτικού αγώνα, Άγιος της Εκκλησίας (10 Απριλίου), ανήκει εξίσου στην Εκκλησία, στο Έθνος και την Παιδεία. Παράλληλα πολυσυζητημένη μορφή, λόγω της εμπλοκής του στις ιδεολογικές συγκρούσεις του νεότερου ελληνισμού.
   Βιογραφικά
 
Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Γεννήθηκε στην Δημητσάνα από γονείς ασήμους και φτωχούς. Η φιλομάθεια του όμως τον ώθησε στην σπουδή. Σπούδασε αρχικά στη σχολή της γενέτειρας του και από το 1756 για δύο χρόνια στην Αθήνα. Με τη βοήθεια ενός θείου του, νεωκόρου στη Σμύρνη, μπόρεσε να φοιτήσει άλλα πέντε χρόνια στο περίφημο Γυμνάσιό της. Ήταν όμως φύση όχι μόνο φιλομαθής, αλλά και ασκητική. Αναθρεμμένος σε κλίμα παραδοσιακό- ησυχαστικό, ακολούθησε το χάρισμά του και στράφηκε στο μοναστικό βίο. Τον έρωτά του για το μοναχισμό ενίσχυσε η περίφημη Μονή Φιλοσόφου στην πατρίδα του και η από την παιδική ηλικία σχέση του μαζί της. Η κουρά του έγινε στις Στροφάδες και πήρε το όνομα Γρηγόριος. Στη συνέχεια θα σπουδάσει στην Πατμιάδα Σχολή (θεολογία και φιλοσοφία) κατορθώνοντας να αποκτήσει υψηλή για την εποχή παιδεία. Ξαναγυρίζει στη Σμύρνη, όπου χειροτονείται διάκονος από τον Σμύρνης Προκόπιο, υπηρετώντας ως αρχιδιάκονός του.
Γρήγορα όμως γίνεται πρεσβύτερος και πρωτοσύγκελος. Το 1785 ο Προκόπιος εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης και ο Γρηγόριος χειροτονείται επίσκοπος και ανέρχεται στο Μητροπολιτικό θρόνο της Σμύρνης. Η πλούσια δραστηριότητά του τον κάνει πλατιά γνωστό και γι' αυτό τον Μάιο του 1797, μετά τη χηρεία του Οικουμενικού Θρόνου, εκλέγεται πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ως Γρηγόριος Ε΄. Η παραμονή του στον Οικουμενικό Θρόνο συνδέεται με πλήθος περιπετειών και δυσχερειών. Αυτό φαίνεται και από την ανώμαλη πορεία της πατριαρχίας του. Εκθρονίζεται και εξορίζεται το 1798. Αποσύρεται στη Μονή Ιβήρων του Άθωνα, όπου μένει επτά χρόνια, επιδιδόμενος στην άσκηση και μελέτη. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 καλείται για δεύτερη φορά από τους αρχιερείς στον Πατριαρχικό Θρόνο.
Τα προβλήματα όμως δεν παύουν. Η αλλαγή της τουρκικής πολιτικής και η επανάσταση των Γενιτσάρων επιφέρουν και νέα πτώση του Γρηγορίου, που εξορίζεται στην Πριγκηπόνησο και το 1810 αποσύρεται πάλι στο Άγιο Όρος, όπου μένει άλλα 9 χρόνια. Εκλέγεται όμως και για Τρίτη φορά πατριάρχης (15 Δεκεμβρίου 1818 )κι επιστρέφει στην Πόλη τον Ιανουάριο του 1819. Η Τρίτη πατριαρχία του συνδέεται με κρισιμότατες στιγμές του Γένους. Η θέση του γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη και η πατριαρχία του λήγει με τη μαρτυρική του θυσία. Αφού τη νύχτα του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) μαζί με 8 άλλους αρχιερείς τέλεσε τη θεία Λειτουργία της Αναστάσεως συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Αλλά στις 3 το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στη μεσημβρινή πύλη του Πατριαρχείου. Επί τρεις ημέρες το σώμα του έμεινε μετέωρο, δεχόμενο τους εξευτελισμούς του μανιασμένου όχλου. Μια σπείρα Εβραίοι αγόρασαν το νεκρό, τον περιέφεραν στους δρόμους και τελικά τον έριξαν στον Κεράτιο. Ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Νικ. Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε κρυφά στην Οδησσό, όπου τάφηκε στον Ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος.
  Δράση
Παρά το σύντομο διάστημα της πατριαρχίας του (συνολικά 6 χρόνια), τις περιπέτειες του και τους δύσκολους καιρούς, ο Γρηγόριος ανέπτυξε σημαντική δράση. Ήδη στη Σμύρνη αφοσιώθηκε στο κήρυγμα και σε κοινωνική δράση, ευεργετική για το ποίμνιο του και ενίσχυσε σημαντικά την παιδεία. Την αγάπη του για την παιδεία και το φωτισμό του Γένους μέχρι το μαρτύριό του δείχνουν οι σωζόμενες Εγκύκλιοι του. Παράλληλα έδινε διέξοδο στα θεολογικά ενδιαφέροντά του, προσανατολίζοντάς τα στο διαφωτισμό του ποιμνίου του, τοποθετώντας όμως το διαφωτιστικό του έργο στα πλαίσια της ελληνορθόδοξης - ρωμαϊκής παράδοσης, που καθορίστηκαν από τους αγίους Πατέρες. Προσπαθεί έτσι να εκλαϊκεύσει την πατερική γνώση για να στηρίξει την πίστη.
Γι' αυτό μεταφράζει και εκδίδει τους Περί Ιερωσύνης λόγους του Ι. Χρυσοστόμου. Στην Πόλη αργότερα θα εκδώσει στο πατριαρχικό τυπογραφείο τα Ηθικά του Μ. Βασιλείου, εξήγηση των ομιλιών του στην Εξαήμερο και Κυριακοδρόμιο σε απλή γλώσσα. Το ενδιαφέρον του για την παιδεία μένει αδιάπτωτο, εκφραζόμενο με πλήθος ευεργετικών ενεργειών. Θέλει όμως διαφωτισμό ρωμαϊκό, ελληνότροπο, και γι' αυτό δεν κρύβει την επιφυλακτικότητά του απέναντι στον δυτικό διαφωτισμό και τον προοδευτισμό της εποχής, όχι για λόγους τυφλής συντηρητικότητας, αλλά κυρίως από την επιθυμία να διασώσει την ρωμαϊκή παράδοση, στην οποία ολόκληρος ανήκε και την οποία έβλεπε να απειλείται από ιδεολογικά ρεύματα, κατευθυνόμενα από την Γαλλική Επανάσταση και τον αντιχριστιανισμό της.
Στην Πόλη μερίμνησε για τη στέγαση του Πατριαρχείου, διαρρύθμισε τον πατριαρχικό ναό, εργάστηκε για την ανόρθωση του ηθικού βίου. Κατά τις τρεις πατριαρχίες του εκδίδει πλήθος τόμων, σιγγιλίων, εγκυκλίων, επιστολών που αποβλέπουν στην ευστάθεια της Εκκλησίας. Υποδειγματική θα είναι η σταθερή προσήλωσή του στους ιερούς κανόνες και την εκκλησιαστική παράδοση. Οργανώνει τη λειτουργία της Συνόδου του πατριαρχείου, μεριμνά για την παιδεία και το ήθος των εισερχομένων στον κλήρο, όντας ο ίδιος υψηλό παράδειγμα ασκητικού βίου, σε σημείο που να προκαλεί γι' αυτό αντιδράσεις. Επιδεικνύει παράλληλα θαυμαστή σύνεση και αξιοπρέπεια απέναντι στους κρατούντες. Η νομιμοφροσύνη του - τόσο σκανδαλιστική για τους επικριτές του - δεν μπορεί να κατανοηθεί και ερμηνευθεί έξω από την διάθεσή του να μην προκαλεί επεμβάσεις της εξουσίας στα εσωτερικά της Εθναρχίας. Αλλά και τα οικονομικά προβλήματα του θρόνου τράβηξαν την προσοχή του. Έλυσε με επιτυχία το χρονίζον ζήτημα των Κολλυβάδων, ρύθμισε τη λειτουργία των ναών, ενδιαφέρθηκε για τα ληξιαρχικά βιβλία και το Κιβώτιο του Ελέους, έλαβε εύστοχες αποφάσεις για τις προικοδοσίες και τους αρραβώνες, για τους γάμους και τα διαζύγια, την αναδιοργάνωση των μοναστηριών κ.λ.π. Έργο τεράστιο, θαυμαστό για μια φύση ασκητική, όπως ο Γρηγόριος.
     Στάση στο Εθνικό Ζήτημα
 
Ο Γρηγόριος ανέβηκε στον Πατριαρχικό θρόνο σε μια κρίσιμη και πολυτάραχη εποχή που γεννήθηκε από την κοσμογονία της Γαλλικής Επανάστασης και τους ναπολεόντειους πολέμους. Η Ιερά Συμμαχία διαμορφώνει την αντίπερα όχθη και ο ευρωπαϊκός χώρος συγκλονίζεται αδιάκοπα από τις σφοδρές συγκρούσεις και την πολυδαίδαλη δράση της διπλωματίας. Η οθωμανική πολιτική αναπροσανατολίζεται με γρήγορο ρυθμό, όπως και η ρωσική και τα συμμαχικά μέτωπα αλλάζουν συνεχώς όψη. Παράλληλα εξαπλώνονται στην Ανατολή οι επαναστατικές (όχι μόνο πολιτικά) ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και ο ριζοσπαστικός αγγλογαλλικός διαφωτισμός, ο οποίος με την εκρηκτικότητά του γίνεται για τους Ανατολικούς σύμβολο της ασέβειας και της αθεΐας. Οι καιροί όμως αλλάζουν και για τους ίδιους τους υπόδουλους Ρωμιούς. Σημειώνεται μεγάλη πρόοδος στο εμπόριο και στην παιδεία. Ιδιαίτερα αναπτύσσονται οι κοινότητες του εξωτερικού, αλλά και εσωτερικά οργανώνεται η αυτοδιοίκηση και η ζωή των κοινοτήτων. Αντίθετα τα εσωτερικά της Μεγάλης Εκκλησίας παρουσιάζουν πολλά προβλήματα.
Χαλάρωση και αρρυθμία, αλλαξοπατριαρχίες, δράση των ιεραποστόλων και της ξένης προπαγάνδας, δημιουργούν όλα ένα κλίμα αντίξοο και απρόσφορο για ομαλή δημιουργική πορεία. Σ' αυτό το κλίμα όμως κλήθηκε να κινηθεί και να δράσει ο Γρηγόριος. Η κριτική που αναπτύχθηκε γύρω από τη δράση του, είναι τελείως αντιφατική. Κινείται μεταξύ απόλυτης εξιδανίκευσης και απόλυτης απόρριψης, γιατί και στην περίπτωση του Γρηγορίου δεν αποφεύχθηκε η ιδεολογική ερμηνεία και χρήση της Ιστορίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η κριτική δεν περιορίστηκε στο χώρο της ιστορικής επιστήμης, αλλά επεκτάθηκε και στον χώρο της (ανεύθυνης) μυθιστοριογραφίας - λογοτεχνίας, η οποία τροφοδοτεί το λαϊκό αίσθημα και δημιουργεί παραπλανητικές εντυπώσεις.
Για τον ιστορικό όμως υπάρχει η πραγματικότητα, που προσφέρεται για ανοικοδόμηση αντικειμενικής κρίσης, με την προϋπόθεση βέβαια της αποδέσμευσης από τις οποιεσδήποτε θεολογικές δεσμεύσεις. Ακόμη απαιτείται μετάθεση δική μας στην εποχή του Γρηγορίου και εσωτερική συμμετοχή στη μαρτυρική πορεία του, γιατί στους οποιουσδήποτε αναχρονισμούς δεν βρίσκεται η λύση.

Πρωτ. Γεωργ. Δ. Μεταλληνός Καθηγητής Παν/μιου
(Από την εφημ. Επάλξεις, 1-4-2000
 
ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

Του αοιδήμου Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄

1813
 
Του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ έγγραφον, υπό τύπον διαθήκης. Εύρηται εν τη Μονή Ιβήρων.
Πανοσιολογώτατοι Προεστώτες και λοιποί συγκοινοβιάται της σεβασμίας Μονής Ιβήρων. Επειδή επλήρωσα το κοινόν χρέος, ομολογώ ότι η ομολογία αύτη υπάρχει εξωφλημένη και αμέσως να σχισθή και να κατακαή και να γραφή το όνομα της εμής αναξιότητος, Γρηγορίου μοναχού να μνημονεύηται.

Και εν τη ημέρα της αποβιώσεώς μου κατ' έτος να εκτελήται έν μνημόσυνον εις άφεσιν αμαρτιών μου.

Και τα διακόσια πενήντα να μοιρασθώσιν εις τους ευρεθέντας εφημερίους, ανά έν σαρανταλείτουργον και εις μίαν τράπεζαν.

Τα λοιπά επειδή κατ' έτος ελάμβαναν ανά πεντακόσια, εξωφλήθησαν τέλεον.


Γρηγόριος πρώην Κων/πόλεως αναξιώτατος.


Ακριβές αντίγραφον εξ ανεκδότου ιδιογράφου ειδικώς διά την Μονήν Αγίαν Λαύραν Καλαβρύτων.
Εν τη εν Αγίω όρει Ι. Μονή Ιβήρων,

17 Οκτωβρίου 1953,

Ο Βιβλιοθηκάριος
Ιερομ. Αθανάσιος Ιβηρίτης.


Επί του φακέλου αναγράφεται:

«Το παρόν έγγραφον υπάρχει του Πατριάρχου πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου του Πελοποννησίου και, ει μεν συμβή θάνατος, αμέσως να ανοιχθή παρά των επιτρόπων της Ιεράς τούτης Μονής των Ιβήρων».

Η ΔΙΑΘΗΚΗ


Επειδή η ώρα της εκάστου τελευτής υπάρχει αδιόριστος κατά την θείαν απόφασιν, δια τούτο καγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος του Θεού δούλος διατίθημι την παρούσαν διαθήκην και ζητώ παρά πάντων συγχώρησιν, συγχωρώ καγώ πάσιν. Και διορίζω επίτροπόν μου τον λογιώτατον χαρτοφύλακα κυρ. Νικηφόρον Ιβηρίτην, ίνα εκτελέση μετά θάνατόν μου.


Και πρώτον δύο χιλιάδες γρόσια, όπου έχω δάνεια εις το κοινόν του όρους, αφείς το δεδουλευμένον διάφορον, τα μεν χίλια γρόσια να αποστείλη εις το νοσοκομείον Κωνσταντινουπόλεως, τα δε πεντακόσια τω κατά καιρόν Πατριάρχη, ίνα εκτελέση έν μνημόσυνον υπέρ της αμαρτωλής μου ψυχής, και τα άλλα πεντακόσια τη Ιερά Συνόδω, ίνα σειλλειτουργήσωσιν, ότι ταύτα επί τούτω είχον εν τω κοινώ πεφυλαγμένα.


Τα δε ευρεθέντα εν τω κιβωτίω μου εναπομείναντα εκ των εξόδων του ετησίου μου, να μοιρασθώσιν εις τους ιερείς του Όρους και πτωχούς, αμέσως και εις την θανήν μου.

Άλλην χρηματικήν περιουσίαν δεν έχω, ειμή μόνον τα φορέματά μου παλαιόγουνες, αντεροκάβαδα, τα οποία να μοιρασθώσιν όσοι ευρεθώσιν εις την υπηρεσίαν μου.


Εξ αυτών δε ο αρχιδιάκονος και ανεψιός μου θέλει λάβει τα τιμιώτερα και οι λοιποί κατά την τάξιν των. Τα στρώματα του οντά και παπλώματα να δοθώσιν εις το νοσοκομείον των Ιβήρων, ομοίως και μπακιρικά.


Ταύτα διατάσσω να γίνωσιν απαρασάλευτα, μηδείς δε των συγγενών τολμήσθω να ζητήση ή να παρασαλεύση τι των διαταχθέντων, ότι εστί πυρ καταναλίσκον εις αυτόν, και διότι είτι ευρίσκεται εις εμέ υπάρχει εκκλησιαστικόν, και ουδέν πατρικόν ή μητρικόν. Ούτως διατάσσω και αράν μεγίστην, αποφαίνομαι να ενεργηθώσιν απαρασάλευτα.


αωιγ΄ (1813) Απριλίου ε΄ (5).

Ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος υποβεβαιώ ιδία χειρί.
 

Ακριβές αντίγραφον εκ της βιβλιοθήκης Ι. Μονής Ιβήρων

17 Οκτωβρίου 1953.

Ο βιβλιοθηκάριος
Ιερομ. Αθανάσιος Ιβηρίτης.


Επί του φακέλου αναγράφεται:

«Αύτη υπάρχει διαθήκη του πρώην Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου,
η οποία θέλει ανοιχθή μετά θάνατον αυτού παρά των επιτρόπων της Ιεράς Μονής Ιβήρων».
Ακριβές αντίγραφο του αντιγράφου εκ της βιβλιοθήκης κειμηλίων

της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων,

Κυριακή 05 Μαρτίου 2005.
Π.

Η ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε’ ΠΡΟΔΟΤΗΣ Ή ΙΕΡΟ-ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ;




 
Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΙ
Η ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ
ΚΩΝ/ΝΟΥ Δ. ΚΑΠΕΤΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
Πρωτοπρεσβυτέρου-Θεολόγου
   
    Ήταν γνώστης των κινήσεων της Φιλικής Εταιρείας ο Γρηγόριος Ε'; Βοήθησε το έργο της; Ας έλθουμε στα γεγονότα και ο αναγνώστης θα καταλάβει ποια είναι η αλήθεια.
 1) Στον κρυπτογραφικό κώδικα της Φ.Ε. που διέσω­σε ο Παν. Σέκερης, ο Γρηγόριος υπάρχει υπό το συνθηματικόν όνομα «παλαιότερος». Γιατί το έβαλαν εκεί μέσα; Χάριν γούστου;
2) Ο Γρηγόριος, μέσω τού Βούλγαρου Φιλικού, Χα­τζή Χρήστο Ράτσκωφ, μεγαλέμπορου από το Γκάμπροβο, είχε ετοιμάσει και είχε κρυμμένα στους μύλους αυτού τού Φιλικού 40 φορτώματα με μπαρούτι και βό­λια. Επί πλέον είχε δανειστεί άπ' αυτόν 100 χιλιάδες λέβα. Όλα αυτά θα ριχνόντουσαν στον Αγώνα! Δεν βοήθησε έτσι το έργον της Φ.Ε. ο Γρηγόριος; Αν δεν γνώριζε τίποτε γι' αυτόν ή αν ήταν εχθρικά διακείμε­νος προς αυτήν, τότε τι τα ήθελα τα βόλια και το μπα­ρούτι;
3) Στα 1818, όταν ήταν εξόριστος στο Άγιον Όρος, τον επεσκέφθησαν οι διδάσκαλοι της Σχολής των Κυδωνιών Θεόφιλος Καΐρης και Γρηγόριος Σαράφης και μίλησαν μαζί του για την Φ.Ε. και περί της ετοιμαζομένης από αυτήν Εξεγέρσεως.1
4) Έχουμε την γραπτή μαρτυρία του Φιλικού Ξάν­θου κατά την οποίαν ο Ιωάννης Φαρμάκης ως απε­σταλμένος της Φιλικής πέρασε από το Άγιον Όρος και κατήχησε τον Γρηγόριο που ήταν εκεί εξόριστος.2
Ο Γρηγόριος «έδειξε ευθύς ζωηρότατον ενθουσιασμόν υπέρ τού πνεύματος αυτής» και «ηυχήθη από καρδίας» υπέρ της επιτυχίας τού σκοπού της. Όταν ο Φαρμάκης τού εζήτησε να ορκισθεί και να υπογράψει αφιερωτικόν γράμμα, τότε ο Γρηγόριος αρνήθηκε λέ­γοντας: «εμένα έχετε που μ' έχετε» και παρετήρησε όπως γράφει ο Φιλήμων: «αν αποκαλυφθή ποτέ εις τα βιβλία της Εταιρείας το όνομά του, θέλει διακινδυνεύ­σει ολόκληρον το Έθνος, του οποίου προείχε πάντοτε, από την τύραννον εξουσίαν».3
Η επιφύλαξις αυτή του Πατριάρχου μη θελήσαντος να εγγραφή εις τα μέλη της Εταιρείας, μαρτυρεί την χαρακτηρίζουσαν πάσας τας ενεργείας αυτού φρόνησιν, ην και σαφέστερον διεξεδήλωσεν ο Πατριάρχης ειπών εν τέλει προς τον Φαρμάκην «να προσέξωσι πο­λύ οι εταίροι, μήπως βλάψωσιν, αντί να ωφελήσωσι την Ελλάδα».4
5) Ο Παπαφλέσσας που κινείται στην Πελοπόννησο για την οργάνωση της Επαναστάσεως, είναι εφοδια­σμένος με έγγραφο τού Γρηγορίου Ε', που τον ορίζει Πατριαρχικόν Έξαρχον, προκειμένου να διευκολύνει τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας. Αυτά γράφει ο Ιω. Φι­λήμων.5
Οι κατήγοροι τού Γρηγορίου μπορούν να δώσουν μια εξήγηση αυτής της συμπεριφοράς τού Γρηγορίου; Είναι τουρκόφιλος ο Γρηγόριος; Εάν είναι πως τότε εφοδιάζει τον Παπαφλέσσα με έγγραφο, ορίζοντας τον Πατριαρχικόν Έξαρχον;
6) Στις ενέργειες του Καποδίστρια και στην είδησή του να ενεργήσει ώστε να μη γίνει η επανάσταση, ο Πατριάρχης απάντησε: «... ουδεμία ανθρώπινος δύναμις δύναται να αναχαίτιση τα πράγματα, διότι το κίνη­μα τούτο προώρισται, φαίνεται από τον Ύψιστον, άλλως ήτο αδύνατον να κάμη τοιαύτην απόφασιν το Έθνος... ταύτα παρακαλώ να είπητε εις την εξοχότητά του».6
Προδότης λοιπόν ο Γρηγόριος (!). Να γνώριζαν τούτο το κείμενο μερικοί «προοδευτικοί» κουλτουριά­ρηδες, θάκρυβαν από ντροπή το πρόσωπο τους, αφού τον αποκαλούν προδότη, μισέλληνα, τουρκόφιλλο... Ντροπή... Είναι δυνατόν να συμπεριφέρονται έτσι οι προδότες;
7) Ο Γρηγόριος όχι μόνον ήταν σε γνώση της Φι­λικής Εταιρείας και των σχεδίων της, αλλά και έσπρωχνε τα πράγματα ως τα έσχατα. Σε γράμμα που έστει­λε στον Πετρόμπεη, αναφέρει τη λέξη «σχολείο», που όπως γράφει ο Φιλήμων, ήταν λέξη συνθηματική και σήμαινε: Επανάσταση. Αυτό ήταν! Ο Πετρόμπεης πει­σμένος πια ότι ο Πατριάρχης ήταν ηγέτης του ξεσηκω­μού, μπήκε στη φωτιά τού αγώνα. Γράφοντας ο Γρηγό­ριος στις 20 Δεκεμβρίου 1820 στον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, Φιλικό και μάρτυρα, αναφέρει τη συνθηματική φράση «το τού Σωτήρος Πάσχα», εννοώντας το μυστι­κό της επαναστάσεως που το γνώριζε καλά.7 Γνώριζε πολύ καλά τα της Φιλικής Εταιρείας. Οι επιστολές που έστειλε στη Ρωσία, στον Αλ. Υψηλάντη και στο Ζωσιμά με τον Ιω. Παπαρηγόπουλον, αυτά δείχνουν. «Εγνώριζε τα πάντα και ανέμενε»8, γράφει ο Ιστορικός Δ. Κόκ­κινος. Και αυτά συνέβαιναν το Μάιο τού 1820. Εμάζευε χρήματα για την ίδρυση σχολείων, αλλά τα χρήματα από τους εράνους αυτούς τα διοχέτευε στη Φιλική Εταιρεία για την κάλυψη της επαναστατικής προπα­γάνδας.9 Τουρκόφιλος ο Γρηγόριος (!) Αν οι Τούρκοι είχαν τότε τέτοιους φίλους, τι να έκαναν τους εχθρούς;
8) Υπάρχει μία επιστολή που έστειλε ο Γρηγόριος στον επίσκοπο Σαλώνων (Άμφισσα) Ησαΐα, Φιλικό και Ήρωα τού Αγώνα. Η επιστολή αυτή πείθει και τον πιο δύσπιστο ότι ο Πατριάρχης γνώριζε κάθε κίνηση της Φ.Ε.
Η επιστολή γράφτηκε στις 28 Δεκεμβρίου 1820, λί­γους μήνες πριν από το μαρτύριο τού Γρηγορίου, και έχει ως εξής:
«Θεοφιλέστατε επίσκοπε και αδελφέ Ησαΐα.
Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς, δια τού αγαθού πατριώτου Φούντα Γαλαξειδιώτου, ασφαλώς εδεξάμην και τους εν αυταίς τιμίους σου λόγους έγνων. Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστης χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα˙ οι γαρ χρόνοι πονηροί είσι και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και μοχθηρών ζύμη, άφ' ης ως από ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακόν γαρ πολλοί μηχανώνται δια το της φιλοπλουτίας έγκλημα. Διο την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις πατριώταις, τα εχεμυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται, ους επιστέλλεις μοι συνεχώς πεφροντισμένως ενεργούσι, και άφ' ων έγνων αδύνατον αντί παντός τι­μίου ούδ' ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων φυγείν ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμ­ματα κομίζουσί μοι. Η τού Παπανδρέα πράξις πατριω­τική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια, κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν, εν φανερώ δε άγνοιαν υποκρίνου, έστι δ' ότε και επίκρι­νε τοις θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις. Ιδία πράϋνον τον Βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα. Άσπασον συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων εις κρυψίνοιαν δια τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ώσπερ λέοντες και η ευλογία τού Κυρίου κρατυνεί αυτούς, εγγύς δε έστι τού Σωτήρος το Πάσχα. Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου, αδελφέ μου Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεωργία δώσει σοι ο Πανύψιστος».
Πρέπει ιδιαίτερα να τονισθούν οι λέξεις τού γράμ­ματος «εχεμύθεια» και «μεγίστη προφύλαξις» καθώς και η φράση «εγγύς εστί το τού Σωτήρος Πάσχα» που σημαίνει μετάβαση από την ταπείνωση τού Γένους στην ανάσταση (Πάσχα = πέρασμα). Σαφώς εδώ νοείται η Επανάσταση που ετοιμαζόταν. Αυτό φαίνεται από την εσπευσμένη μετάβαση τού Ησαΐα στην Πόλη, λίγο μετά την λήψη της επιστολής αυτής και δύο μήνες πριν από την έκρηξη της Επαναστάσεως. Ο Ησαΐας έλαβε συγκεκριμένες οδηγίες για τους επισκόπους της Ρούμελης και του Μοριά.10
ΟΙ κατήγοροι τού Γρηγορίου τα γνωρίζουν αυτά; Πως τα παρέτρεξαν;
9) Όταν κατάλαβε ότι οι πιο δυνατές οικογένειες της Μάνης δεν ομονοούσαν και δεν ένωναν τις δυνά­μεις τους για τον αγώνα που ετοιμαζόταν και ο Πετρόμπεης ανησυχούσε, αμφέβαλλε και ζητούσε εξηγή­σεις, έγραψε στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη επιστολή, στις 30 Ιουλίου 1919, που είχε ως εξής:
«Ευγενέστατε και ενδοξότατε Άρχων της Μάνης κύ­ριε Πετρόμπεη και τιμιώτατοι καπιτάνιοι τε και πρόκρι­τοι, ημέτεροι κατά πνεύμα υιοί αγαπητοί... Μαθόντες τον ένθερμον ζήλον, ον εμπνεύσει θεία ανελάβετε νυν, και την αγαθήν βουλήν και απόφασιν, ην φιλαδέλφως εποιήσασθε προς αλλήλους εις το να συγκροτήσητε κοινόν Ελληνομουσείον αυτόθι εις την πατρίδα σας, άφ' ης διόλου εξέλιπε προ χρόνων το φως της παιδείας και των μαθήσεων, εχάρημεν καθ' υπερβολήν και κατεστέψαμεν πάντας με τας εγκάρδιους ημών ευχάς και ευλογίας και με τους προσήκοντος επαίνους και ευφη­μίας. Όθεν και κατά χρέος πατρικής προνοίας, γράφο­ντες δια της παρούσης πατριαρχικής ημών επιστολής, εντελλόμεθα τη τε Ενδοξότητί Σας, προηγουμένως, και πάσιν υμίν τοις τιμιωτάτοις Καπιτανίοις επομένως, μέ­νοντες εδραίοι και αμετακίνητοι από την  αξιέπαινον αυτήν και θεάρεστον απόφασίν σας, να συμπροθυμοποιηθήτε εις την σύστασιν του κοινού σχολείου και την αποκατάστασιν εν αυτώ των λόγου αξίων διδασκάλων, και με κοινήν ένωσιν κατά Χριστόν και αγάπην αδελφικήν και συμφωνίαν να περιθάλπητε αυτήν και να διοικήτε, φιλοτιμούμενοι εις το να δείξητε πραγματικώς το φιλόπατρι και φιλόμουσον και ότι εστέ τη αληθεία απόγονοι των σοφών και ένδοξων ανδρών. Μόνον το φως της παιδείας δύναται να σας οδηγήση εις τα ψυχω­φελή και σωτήρια, και εις τα βιωφελή και περί το ζήν χρήσιμα, και να σάς αποδείξη επαινετούς και αριζήλους με την αντίδοσιν και των θεόθεν αποκειμένων μισθών. Επί πάσι δε τούτοις γνωρίζοντες πόσον και ημείς φιλοτιμούμεθα περί τα τοιαύτα και προνοούμεν και προθυμούμεθα εις το να συνεσφέρωμεν την εκκλησιαστικήν μας αντίληψιν και προστασίαν, μη διαλείπητε θαρρούντως γράφοντες ημίν και αναγγέλλοντες παν, ό,τι προς σύστασιν τού θεαρέστου αυτού έργου αφορά, ίνα λαμβάνη το προσήκον πέρας. Η δε τού Θεού χάρις και το άπειρον έλεος ειή μεθ' υμών!».11
Το γράμμα αυτό τού Πατριάρχη έφερε τους καρ­πούς του. Οι οικογένειες της Μάνης μόνοιασαν και ο Πετρόμπεης παίρνει την απόφαση να μπει στη φωτιά!...
Ερωτώ τους επικριτές τού Γρηγορίου- ήταν Τουρκόφιλος ο Γρηγόριος; Δεν βοήθησε αποφασιστικά το έργον της Φ.Ε. και τον ξεσηκωμό τού '21;
10) Τον Αύγουστο του 1820, μετά την επιστροφή τού Παπαρρηγόπουλου από την Ρωσία, είχε ο Πατριάρχης μα­κρά συζήτηση με αυτόν για την Εθνική υπόθεση. Στην συ­νέχεια στέλνει τον Παπαρρηγόπουλον στον Μοριά, για να συστήσει ομόνοια στους εκεί εταίρους και έστειλε απά­ντηση στον Παλ. Πατρών Γερμανόν, η οποία κατά τον Πα­παρρηγόπουλον διελάμβανε τα εξής περίπου:12
«Συλλειτουργέ εν Χριστώ και λίαν αγαπητέ αδελφέ. Έλαβον την από 20 Απριλίου επιστολήν σου. Η απόφασίς μου περί της μελετωμένης ανορθώσεως Σχολής (οι φιλικοί υπό τη λέξη αυτήν εννοούσαν την Επανά­σταση) της φιλτάτης πατρίδος είναι τοιαύτη ως η ιδική σας, όπως θέλεις μάθει και παρά του ιδίου (ένν. τού κομιστή της επιστολής). Το κιβώτιον του Ελέους πρέ­πει να εμψυχωθή και την βουλήν τού Κυρίου ανθρώπι­νοι δυνάμεις δεν δύνανται να την μεταβάλλουν. Γεννηθήτω το θέλημα Του.
Εν έτει 1820 Ο Κων/λεως εν Χριστώ Ευχέτης»13
Οι επικριτές τού Γρηγορίου ας προσέξουν την τε­λευταία πρόταση: «...και την βουλήν τού Κυρίου ανθρώπινοι δυνάμεις δεν δύνανται να την μεταβάλ­λουν...».
Τι έχουν να πουν;
11) Οι ξένοι ιστορικοί γράφουν και υποστηρίζουν ότι ο Γρηγόριος είχε σχέση με την Φ.Ε. Συγκεκριμέ­νως: α) Ο Th. Gordon γράφει, πως ο Γρηγόριος γνώρι­ζε την Φιλική Εταιρεία και μερικοί από τους Ιεράρχες ήταν βαθειά μπλεγμένοι στις μηχανορραφίες της.14
Και η Ρωσίδα ιστορικός Ο. Μπ. Σπαρό στο έργο της, «η Ρωσία και η Ελληνική Επανάσταση» σελ. 57, γράφει πως οι Τούρκοι υπουργοί ισχυρίσθηκαν ότι βρέθηκαν πάνω στο Γρηγόριο ένδεκα γράμματα προς τους Μωραΐτες επαναστάτες που φανέρωναν τους δεσμούς του με την Φ. Ε.15
Μα και ο Μακρυγιάννης θεωρεί τον Γρηγόριο αρχη­γό της Φ.Ε.!
Από τον Τούρκο ιστορικό Σανί Ζαντέ διαβάζουμε: «Τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας ετηρούντο μυστικά μεταξύ τού Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των πα­πάδων, των δημογερόντων και των προκρίτων». (Νικηφ. Μοσχοπούλου, Ιστορία της Ελληνικής Επανα­στάσεως, κατά τους Τούρκους ιστοριογράφους, σελ. 116).16 Μήπως ήταν πράκτορας τού Σουλτάνου και ο Σανί Ζαντέ;
Και ο επικριτής τού Γρηγορίου, Γιάννης Βλαχογιάν­νης γράφει: «Δοκιμάσανε οι Φιλικοί και τον Γρηγόριο Ε'. Με πολλή τέχνη ξέφυγε την πρόταση και γλύτωσε το Έθνος από συμφορά... Ο χρηστότατος και γενναίος Γρηγόριος Ε' είχε το θάρρος να αρνηθεί να γίνει φιλι­κός». (Νέα Εστία 1935, σελ. 683).17
Και ο Δζεβτέτ πασάς γράφει: «Οι αφορισμοί και οι κατάρες τού Πατριάρχου, που ήταν μέλος της Φ.Ε., απέβλεπαν στο να συγκαλύψουν τις κακές προθέσεις του Πατριαρχείου».18
12) Το έργον της Φ.Ε. εστήριξε ο Γρηγόριος όχι μό­νον ηθικώς αλλά οικονομικώς.
Όταν ο ταμίας της Φ.Ε. Παν. Σέκερης, τού εμπι­στεύθηκε την αγωνία του για το ότι η Εταιρεία δεν έχει χρήματα να συνεχίσει το έργο της, εκείνος τον καθησύχασε λέγοντας του: «Φίλε μου, μην απελπίζε­σαι, διότι παρά τού Θεού εφωτίσθην να κάμωμεν τι, το οποίον αντί να δώση υπονοίας, θέλει φανεί απεναντίας αξιέπαινον».
Ίδρυσε το «Κιβώτιον τού Ελέους» και διόρισε τρι­μελή επιτροπή. Από τα χρήματα που θα συγκεντρούνται όπως είπε στον Σέκερη, το ένα τρίτον θα διανέμε­ται στους πτωχούς, «το δε μένοντα θέλει φυλάττει (η Επιτροπή) δια τον ιερόν σκοπόν, όταν έλθη η ώρα, η παρά τού Θεού αποφασισμένη».19
Υπάρχουν και άλλα πολλά ντοκουμέντα. Φθάνουν όμως αυτά.
Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε ότι τα αφοριστικά, και εκείνο κατά της Φιλικής Εταιρείας, ήταν τεχνά­σματα, και ελιγμοί τού Πατριάρχη και στάχτη στα μάτια τού Σουλτάνου. Ο Γρηγόριος Ε' υπεκρίνετο ενώπιον της Σουλτανικής εξουσίας, ενώ κρυφίως της έσκαβε το λάκκο!....
Ενοχλεί όμως αφάνταστα μερικά δήθεν, προοδευ­τικά «μυαλά μιας παρεξηγημένης κουλτούρας». Αυτή η «κουλτούρα», όπως φαίνεται, δεν μπόρεσε να νοιώσει ποτέ το μαρτύριο της συνειδήσεως του...


1. Επιμέλεια Τάσου Βουρνά, Φιλική Εταιρεία..., σελ. 160.
2. Θ. Σιμοπούλου, Γρηγόριος Ε', σελ. 47, και Έμμ. Ξάνθου, Απομνημο­νεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας, ΒΙΠΕΡ 61, σελ. 40-41.
3. Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φ.Ε., ΝΕΒ, σελ. 316.
4. Θ.Σιμοπούλου, Μάρτυρες και -Αγωνισταί Ίεράρχαι, 110-111.
5. Δοκίμων Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας ΝΕΒ, σελ. 353 και Παν. Παπαθεοδώρου, Γρηγόριος Ε', σελ. 44.
6. Λάμπρου Κουτσονίκα, Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, σελ. 23.
7. Ζ. Γκενάκου - Μουρούτη, Γρηγόριος Ε', σελ. 8-9.
8. Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Α', σελ. 265.
9. Στο ίδιο, σελ. 265.
10. Π. Παπαθεοδώρου, Γρηγόριος Ε', σελ. 48.
11. Τάκη Κανδηλώρου, Γρηγόριος Ε', σελ. 169-170.
12. Παν. Παπαθεοδώρου, ο Γρηγόριος Ε', σελ. 41-42.
13. Θ. Σιμοπούλου, Μάρτυρες και αγωνισταί Ιεράρχαι, σελ. 117.
14. Ιω. Παπαϊωάννου, Ιστορικές γραμμές, τόμ. Α', σελ. 208.
15. Στο ίδιο, σελ. 208.
16. Ιω. Παπαϊωάννου, Ιστορικές γραμμές, τόμ. Α', σελ. 208
17. Ιω. Παπαϊωάννου, ιστορικές γραμμές, τόμ. Α' σελ. 208.
18. Παν. Παπαθεοδώρου, Γρηγόριος Ε', σελ. 49.
19. Τάκη Κανδηλώρου, Γρηγόριος Ε', σελ. 175.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε’
ΠΡΟΔΟΤΗΣ Ή ΙΕΡΟ-ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ & ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ 2000
 
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ            www.egolpion.com
 29  ΜΑΡΤΙΟΥ  2011


Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε’

 



Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε’
 ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
 Η επιχειρηθείσα αλλοίωση της ιστορίας

1. Ο Σταυρός του Χριστού 
Τον Σταυρό του Κυρίου προβάλλει σήμερα η Εκκλησία εις προσκύνησιν για να μας ενισχύσει στην πορεία προς το Πάσχα. Από την εξουθένωση και την καταισχύνη του Σταυρού επήγασε το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως. Συντρίβονται τα ανθρώπινα κριτήρια, οι ανθρώπινες εκτιμήσεις και αξιολογήσεις με το Σταυρό του Χριστού. ό,τι φαίνεται σκάνδαλο, μωρία και ανοησία και καταφρόνια αποδεικνύεται δύναμη, σοφία, αγιασμός και δόξα. Το ξύλο της ντροπής και της αισχύνης, πάνω στο οποίο άφηναν την τελευταία τους πνοή οι μεγαλύτεροι λησταί και κακούργοι, μεταβάλλεται σε σύμβολο και όργανο αγιασμού και δόξης. Μ’ αυτόν εκφράζουμε οι Χριστιανοί την πίστη μας σημειώνοντάς τον στο στήθος μας, αυτόν δίνουμε σαν φυλακτό στα αγαπημένα μας πρόσωπα, αυτός κοσμούσε και κοσμεί τα σκήπτρα των βασιλέων και τις μίτρες των αρχιερέων, αυτός θρονιάζεται στις κορυφές των ναών. Είναι το ακαταμάχητο όπλο εναντίον των αντιθέων δυνάμεων, η δόξα των αγίων της Εκκλησίας.
Σε όλα τα τοπικά εθνικά σύμβολα που είχαν διάφοροι αγωνισταί του 1821 ο Σταυρός ή ήταν κυριαρχικά μόνος ή απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε σχετικής παραστάσεως. Και στο εθνικό σύμβολο που τελικώς επεκράτησε, στην γαλανόλευκη σημαία μας, επί δεκαετίες «λαμπύριζε στην ψηλή της κορυφή», κατά τον ποιητή, μέχρι που κάποια ατυχής έμπνευση επεχείρησε να τον καταβιβάσει, χωρίς να επικρατήσει όμως η ρύθμιση. Γιατί στις γενιές όλων των Ορθοδόξων το όραμα του θεμελιωτού της Ανατολικής Ελληνικής αυτοκρατορίας, του Μ. Κωνσταντίνου, που είδε στον ουρανό σχηματισμένο τον Τίμιο Σταυρό με την φράση «εν τούτω νίκα», έχει περάσει μέσα στα κύτταρα της εθνικής αυτοσυνειδησίας, έχει συνδεθή με τους μηχανισμούς του εθνικού συναγερμού σε περιόδους πολέμων. Στον Σταυρό και στην Εκκλησία καταφεύγει το Έθνος για να επιβιώσει και να κατατροπώσει τους εχθρούς του, από το Χριστό ζητά βοήθεια για τις νίκες εναντίον των βαρβάρων. «Σώσον Κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και σον φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα».
2. Ο σταυρός του πατριάρχου 
Δεν πρόκειται όμως σήμερα να ασχοληθούμε με τη σημασία του Σταυρού στη ζωή της Εκκλησίας και του Έθνους. Αυτό γίνεται πολύ συχνά, διότι και οι σχετικές με το Σταυρό γιορτές είναι πολλές, αλλά και διότι το μυστήριο της σωτηρίας και της αναστάσεως είναι αδιάλυτα δεμένο με το Σταυρό και το Πάθος. επομένως για το Σταυρό του Χριστού γίνεται συχνά λόγος. Το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας δίνει σήμερα μία σπάνια ευκαιρία να ασχοληθούμε, σύντομα βέβαια, με το σταυρό και τη δόξα του εθνομάρτυρος πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’, του οποίου σήμερα, 10 Απριλίου, τιμά η Εκκλησία τον δι’ αγχόνης μαρτυρικό θάνατο. Ήταν και τότε 10 Απριλίου του 1821, πριν από 162 χρόνια, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, το αιώνιο και καλύτερο για τον εθνομάρτυρα πατριάρχη Πάσχα. μετά τη μαρτυρική Μεγάλη Εβδομάδα που πέρασε εισήλθε με όργανο το σχοινί της αγχόνης και μετά από πολλούς ονειδισμούς και εμπτυσμούς, ως γνήσιος μαθητής του εσταυρωμένου Χριστού, στο ανέσπερο φως της θεϊκής βασιλείας, και τιμήθηκε από τον Ελληνισμό με πρωτοφανείς τιμές και δόξες, επάξιες του μαρτυρίου και της μεγάλης του προσφοράς. Και υπάρχει λόγος επιτακτικός που επιβάλλει να παρουσιασθούν ο σταυρός και η δόξα του εθνομάρτυρος πατριάρχου, λόγος που συνδέεται όχι μόνο με την εθνική μας φιλοτιμία και ταυτότητα, αλλά με την ίδια την ύπαρξη του Γένους μας, του ελλη­νορθοδόξου πολιτισμού μας.
3. Πότε εξαφανίζεται ένα έθνος; 
Δύο είναι στην μακραίωνα εκτίμηση των ιστορικών του πολιτισμού τα στοιχεία που προαγγέλουν την επερχόμενη καταστροφή ενός έθνους. η έλλειψη ικανών ηγετών και η αποξένωση του λαού από τα ιερά και τα όσια της φυλής. Όταν παρατηρείται το ένα από τα δύο μόνον, υπάρχει ελπίς αποφυγής του αφανισμού. Εμπνευσμένοι ηγέται μπορούν και μόνοι τους, όταν δεν είναι απλοί δημαγωγοί, να εκφράσουν την εθνική αυτοσυνειδησία, να κλείσουν μέσα τους όλο το παρελθόν και να το ζωντανέψουν στις καρδιές ενός λαού που έχει ξεχάσει την ιστορία του, έχει ισοπεδώσει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα με τη μέριμνα της καθημερινότητας, του γλεντιού και των απολαύσεων. Αυτό δεν έκαναν οι προφήται και οι κριταί του Ισραήλ με τον καυστικό και θαρραλέο τους λόγο, εναντίον των επιθυμιών και των θελήσεων των αρχόντων και του λαού; Αυτό δεν έκαναν οι μεγάλες και ηρωικές μορφές των αγίων και Πατέρων της Εκκλησίας και του Γένους, που σαν άλλοι προφήται οδήγησαν με δριμείς ελέγχους σε αυτοσυνειδησία και επίγνωση; Όταν πάλι ο λαός βρίσκεται σε σωστή πορεία, και οι άρχοντες τον παραπλανούν, γρήγορα τους απομονώνει και τους απορρίπτει, αναδεικνύοντας μέσα από τα σπλάχνα του νέους λαοπρόβλητους και ικανούς ηγέτας. Αλλοίμονο, όμως, αν συμβεί ηγεσία και λαός να βρεθούν σε καταστροφική για το Γένος πορεία. Τότε η σωτηρία από τον Θεό μόνο πρέπει να ελπίζεται.
4. Το εικονοστάσι του Γένους ξηλώνεται από νέους εικονομάχους 
Οι περισσότεροι σήμερα συμφωνούμε στη χώρα μας ότι κάτι επικίνδυνο κυοφορείται στο σώμα και πιο πολύ στο πνεύμα του πολιτισμού μας. Δεν γονιμοποιείται πλέον από υγιείς δυνάμεις ο πνευματικός μας βίος. ξέφραγο αμπέλι η παιδεία μας ταλανίζεται από εκθεμελιωτικές και καταστροφικές δυνάμεις. Υβρίζεται και παραχαράσσεται η εθνική μας ιστορία, σπιλώνονται και συκοφαντούνται μεγάλες μορφές, δεν διαβάζεται πια το συναξάρι του Γένους, στην ιερή μνήμη των προγόνων μας δεν τελούμε μνημόσυνα. Μία αδίστακτη εικονοκλαστική κίνηση κατεβάζει από το εικονοστάσι του Γένους τις τιμημένες μορφές μαρτύρων και ηρώων. Βεβηλώνονται οι μνήμες των διδασκάλων. και αυτή η ιεροσυλία και τυμβωρυχία είναι πιο βδελυρές από τις βεβηλώσεις των τάφων, γιατί προσβάλλουν και εξευτελίζουν το πνεύμα τους, μα και γιατί δεν γίνονται από αλλοεθνείς, αλλά από ομοθρήσκους γενιτσάρους. Και όλα αυτά δεν συμβαίνουν μακρυά μας. καθημερινά τα συναντούμε σε πολλές εφημερίδες και σε φθηνές εκδόσεις βιβλίων που κατακλύζουν τα βιβλιοπωλεία. Μπαίνουν, χωρίς την άδειά μας, στα σχολικά των παιδιών μας βιβλία, αλλά χωρίς ντροπή και μέσα στα σπίτια μας με την τηλεόραση, παραβιάζοντας την πανάρχαια ιερότητα της οικογενειακής εστίας, το οικογενειακό άσυλο. Και ανεχόμαστε όλους αυτούς τους βιαστάς και διαφθορείς της εθνικής μας μνήμης, της εθνικής μας ταυτότητος, των ιερών και οσίων της φυλής μας, χωρίς καμμία αντίδραση.
5. Θα ξαναζωντανέψει το κρυφό σχολειό 
Ανεχόμαστε να υβρίζεται περισσότερο των άλλων η ιερή μνήμη του κορυφαίου πρωτομάρτυρος της Εκκλησίας και του Γένους στην εθνική εξέγερση του 1821, του πατριάρχου και εθνάρχου Γρηγορίου του Ε’. Επιχειρούν ασύστολα να πλήξουν στο πρόσωπό του την Εκκλησία, να μειώσουν την επίδρασή της, να την τοποθετήσουν, αν μπορέσουν, στο περιθώριο της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής του έθνους, ώστε ανενόχλητοι να οικοδομήσουν τα δικά τους πολιτιστικά μοντέλα. Και είναι αυτή η μεθοδευμένη εναντίον της Εκκλησίας επίθεση απ’ όλους τους Κορδάτους, Κολλάτους, Καρατζαφέρηδες, Καρανικόλες και Σκαρίμπες η μεγαλύτερη απόδειξη ότι την φοβούνται και την υπολογίζουν σαν την μόνη ικανή, συγκροτημένη και οργανωμένη, με αιώνων πείρα και θεϊκή ισχύ, δύναμη που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά τους. Να καλέσει το λαό σε επαγρύπνηση, να ανοίξει διάπλατα τις πόρτες της, για να καταφύγει εκεί μέσα πάλι των ελεύθερων πολιτικά Ελλήνων το δουλωμένο πνεύμα, να ξαναλειτουργήσει τα κρυφά σχολειά, για να αποδείξει στην πράξη στους ανιστόρητους ιστορικούς ότι δεν είναι θρύλος και παραμύθι το κρυφό σχολειό, όπως το παρουσιάζουν τελευταία, αλλά αναμφίβολη πραγματικότης, που την διέσωσε η λαϊκή συνείδηση στο τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό κ.τ.λ.», την έψαλε ο ποιητής μας Ιωάννης Πολέμης στο θαυμάσιο ομώνυμο ποίημά του «Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά...» και την απεικόνισε ο μεγάλος μας ζωγράφος Νικ. Γύζης, στη γνωστή παράσταση του Κρυφού Σχολειού, με τους μαθητές γύρω από τον δάσκαλο Καλόγηρο.
6. Από τον πολιτικό εκμηδενισμό στα πρόθυρα νέας αυτοκρατορίας 
Ευγνώμονες όμως εμείς προσκυνηταί σήμερα της μνήμης του εθνομάρτυρος πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’ ας παρακολουθήσουμε σε σύντομη εξιστόρηση το σταυρό και τη δόξα του, για να τονώσουμε τα αντισώματα απορρίψεως, απομονώσεως των διαστροφέων της ιστορίας μας.
Γεννημένος από φτωχική οικογένεια στη Δημητσάνα της Πελοποννήσου το 1746 κατόρθωσε λόγω της ευφυΐας του ο μικρός Γεώργιος Αγγελόπουλος, Γρηγόριος είναι το κληρικό του όνομα, να διακριθεί στα γράμματα και να υποστηριχθεί από την Εκκλησία. Φοιτά μετά από τη Δημητσάνα στα φημισμένα σχολεία της Σμύρνης, της οποίας σε λίγο θα γίνει μητροπολίτης. Το πέρασμά του από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη θα συνδεθεί με ένα εκπαιδευτικό φούντωμα, με ίδρυση σχολείων, τυπογραφείων, συγγραφή διδακτικών βιβλίων, ενίσχυση δασκάλων και μαθητών, που δεν τολμούν ούτε οι αντικληρικό πνεύμα έχοντες Έλληνες διαφωτιστές του εξωτερικού να το αμφισβητήσουν1. Η προπαρασκευή και το ξέσπασμα της επαναστάσεως του 1821 βρίσκουν τον Γρηγόριο στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, επί κεφαλής όχι μόνον της Εκκλησίας αλλά και του Γένους, εκκλησιαστικό και πολιτικό συγχρόνως αρχηγό των Ορθοδόξων, εθνάρχη, υπεύθυνο νομικά απέναντι του κατακτητού για ο,τιδήποτε συνέβαινε μεταξύ των υποδούλων.
Κουβαλούσε ο Γρηγόριος στο μεγάλο και υπεύθυνο αυτό λειτούργημά του μακραίωνη παράδοση που τη θεμελίωσε ο πρώτος μετά την άλωση πατριάρχης Γεννάδιος Β’ Σχολάριος με τα προνόμια που του παρεχώρησε ο Μωάμεθ, από θαυμασμό προς τη σοφία και την ακτινοβολία του.
Προδομένο και τότε το Γένος, το 1453, από τους συμμάχους και αποκοιμισμένο από τους πολιτικούς του ηγέτας βρήκε στήριγμα και στέγη στην Εκκλησία, που το παρέλαβε κυριολεκτικά εκμηδενισμένο από τα χέρια των πολιτικών ηγετών, στο χείλος της αβύσσου και της καταστροφής2, του εγιάτρεψε τις πληγές και το κατέστησε πρώτη πνευματική και οικονομική δύναμη της μεγάλης Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που κατήντησε να κυβερνάται από τους ευφυείς και δραστήριους Έλληνες Φαναριώτες, οι οποίοι δεν διέφυγαν και αυτοί τη λασπολογία στρατευμένων ιστορικών3. Ο Ελληνισμός των χρόνων του Γρηγορίου ήταν ακμαιότερος υλικά και πνευματικά του σημερινού Ελληνισμού, ο οποίος για πρώτη φορά στην ιστορία του έχει συρρικνωθή γεωγραφικά στα όρια της μητροπολιτικής Ελλάδος, στη δυτική μόνο πλευρά του Αιγαίου πελάγους, πνευματικά δε είναι περισσότερο συρρικνωμένος, γιατί απομόνωσε και κατέστησε δυσχερή την τονωτική επίδραση της Εκκλησίας, ιδιαίτερα στις νέες γενιές.
Επισυμβαίνει μπροστά στα μάτια όλων μας ένας πνευματικός εξανδραποδισμός των νέων μας, μια μεθοδευμένη από ξένα κέντρα αποφάσεων εθνική απονεύρωση. Σε λίγο καιρό οι νέες γενιές θα νοιώθουν ξένες και αλλοτριωμένες από τα ιδανικά που πυρπολούσαν μέχρι τώρα τους Έλληνες και εξασφάλιζαν την εθνική τους επιβίωση. Ελπίζουμε ότι θα συνέλθουν γρήγορα η πολιτική ηγεσία και οι πολυπραγμονούντες λόγιοι, και δεν θα χρειασθεί αυτοί μεν ακινδύνως να πάρουν το δρόμο προς τη Δύση, όπως έκαναν και τότε πριν και μετά την άλωση, να πληρώσουν δε τα λάθη ο λαός και η εκκλησιαστική ηγεσία, η οποία πάντοτε μένει κοντά στο ποίμνιό της και πρώτη γεύεται τα μαρτύρια και το σταυρό.
7. Οι αποτυχίες προηγουμένων κινημάτων επιβάλλουν φρόνηση 
Έχοντας λοιπόν την ευθύνη για τη ζωή και την ύπαρξη του Γένους ο πατριάρχης Γρηγόριος αντιμετώπισε με σπάνια σύνεση και παραδειγματικό ηρωισμό το ξέσπασμα της επαναστάσεως κατ’ αρχήν μεν στην Μολδοβλαχία με ηγέτη τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κατόπιν δε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Πελοπόννησο, όπου μάλιστα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ευλόγησε τους οπλαρχηγούς και το λάβαρο του αγώνος στην Αγία Λαύρα, ήταν ιδικός του προστατευόμενος και συγγενής.
Όπως ήταν φυσικό οι Τούρκοι ανησύχησαν με τις επαναστατικές αυτές κινήσεις. Πολύ περισσότερο μάλιστα, γιατί η παρουσία του Υψηλάντη ερμηνευόταν ως προστασία και υποκίνηση του κινήματος από τη Ρωσία. Διεδόθη ότι πρόκειται για γενικό ξεσηκωμό των Ρωμηών στον οποίο μετείχε επίσημα και η ηγεσία, ο πατριάρχης, πράγμα που επέτρεπε στον σουλτάνο να διατάξει γενική σφαγή των Χριστιανών. Ο πατριάρχης αναμέτρησε τις ευθύνες του για τον άοπλο πληθυσμό, που θα αφηνόταν ανυπεράσπιστος στην εκδικητική μανία του όχλου και των Γενιτσάρων. Είχαν καταγραφή άλλωστε στην εθνική μνήμη οι φοβερές σφαγές που ακολούθησαν μετά από αποτυχόντα προηγούμενα κινήματα, του Διονυσίου του Φιλοσόφου π.χ. στη Θεσσαλία, και πιο πρόσφατα στα Ορλωφικά στην Πελοπόννησο.
Στο πρώτο μάλιστα ο λαός με δημοτικό τραγούδι επέρριψε, κατά κάποιο τρόπο, την ευθύνη για τον άκαιρο ξεσηκωμό στο δεσπότη, στον μητροπολίτη Λαρίσης Διονύσιο Φιλόσοφο ή Σκυλόσοφο, που τόλμησε στις αρχές του 17ου αιώνος να ξεσηκώσει τους σκλάβους στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο:
Δεσπότη μου τί σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι
και ρήμαξαν τα Γιάνενα και ρήμαξεν ο τόπος,
μείναν τα σπίτια αδειανά, γέμισαν τα χαντάκια
κι’ ο Τούρκος δεν απόσωσε να κόβη και να καίη;
Εδώ αρπάζουν κόρακες κι' εκεί οι Γιαουντήδες.
Δεν έχ’ η μάννα πια παιδιά και τα παιδιά γονέους.
Κι’ εσένα το τομάρι σου το στείλανε στην Πόλη,
να τρών’ οι κόττες πίττουρα να νταβουλάν οι γύφτοι,
για να ξυπνάη η Τουρκιά να κάνη ραμαζάνι.
8. Δεν μοιάζει με τη Γαλλική η Ελληνική Επανάσταση 
Δεν ήταν η πρώτη φορά το 1821 που ξεσηκωνόταν το σκλαβωμένο Γένος, αλλά μία από τις πολλές. Αποδεικνύει και αυτό εναντίον των απόψεων των σημερινών διαστροφέων της ιστορίας μας ότι οι Έλληνες δεν περίμεναν τη Γαλλική Επανάσταση, για να διδαχθούν και να εμπνευσθούν από τις αρχές της. Η επανάσταση του 1821, αποκορύφωμα σε σειρά παρομοίων εξεγέρσεων, δεν έχει σχέση με τη Γαλλική Επανάσταση. Εκεί επρόκειτο περί εμφυλίου πολέμου με κοινωνικές και πολιτικές διεκδικήσεις, ενώ εδώ περί κοινού εθνικού αγώνος των αρχόντων, του κλήρου και του λαού εναντίον ξένου και αλλοθρήσκου κατακτητού.
Η Γαλλική Επανάσταση εμπνευσμένη από τις αρχές του αθεϊστικού Διαφωτισμού ήταν αντιχριστιανική και φανατικά αντικληρική. Εκατοντάδες κληρικών και μοναχών πέρασαν από την γκιλοτίνα με την κατηγορία ότι ήσαν δήθεν μοναρχικοί, βασιλικοί4. Αντίθετα η Ελληνική Επανάσταση, όπως το βεβαιώνουν στις απλοϊκές τους γραφές οι πρωταγωνισταί του αγώνος, οι στρατηγοί Κολοκοτρώνης και Μακρυγιάννης, αλλά και τα πολεμικά συνθήματα, είχε σαν κίνητρο πρώτα τη θρησκευτική ελευθερία, τη θρησκεία, και κατόπιν την εθνική απελευθέρωση, την πατρίδα: «Για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία»5.
Στις τάξεις των πρωτεργατών στα διάφορα κινήματα τα πιο επίλεκτα στελέχη οι κληρικοί, όπως ο Διονύσιος Φιλόσοφος, και στη συνέχεια ο παπα-Βλαχάβας, ο Παπαφλέσσας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο καλόγερος Σαμουήλ στο Κούγκι, ο ηγούμενος με τους καλογήρους στο Αρκάδι της Κρήτης αργότερα6. Άφηναν συχνά το αγιοπότηρο, για να πιάσουν το καριοφίλι που είναι αγιασμένο στη συνείδηση του λαού. Είναι χαρακτηριστικό επί του προκειμένου αυτό που διασώζει ο ποιητής Ι. Πολέμης σαν απάντηση κάποιας γιαγιάς προς τον εγγονό της, που απορούσε γιατί την έβλεπε κάθε βράδυ μετά τον εσπερινό, μαζύ με τα εικονίσματα να θυμιατίζει και το καριοφίλι. Δεν αμφιβάλλουμε ότι θα βρεθούν οι γνωστοί «Ειρηνιστές», που σίγουρα δεν έχουν μεγαλύτερη ωριμότητα από του μικρού εγγονού, να κατακρίνουν την εκκλησία που συντηρούσε την εθνική συνείδηση και εξαγίαζε την εξέγερση εναντίον των αλλοθρήσκων. Η απάντηση της ώριμης γερόντισας, είναι απάντηση της γηραιάς ελληνικής ιστορίας στους ανώριμους μελετητάς της:
Το καριοφίλι που θωρείς
ψηλά στον τοίχο να σκουριάζη,
παιδάκι μου, μην απορείς,
αγιολιβάνι του ταιριάζει.
γιατί χωρίς αυτό, χωρίς-
χωρίς το φλογερό του στόμα
θάμαστε σκλάβοι σκλάβοι ακόμα.
9. Απειλείται γενική σφαγή, ιερός πόλεμος. Ο πατριάρχης αρνείται να φύγει 
Ας επανέλθουμε όμως στον εθνομάρτυρα πατριάρχη. Πληροφορήθηκε ότι ο σουλτάνος έδωσε εντολή εις τον σεϊχούλ-ισλάμην, τον Τούρκον δηλαδή πρωθιερέα, να εκδώσει φετφά, το σχετικό δηλαδή έγγραφο, με το οποίο θα εκηρύσσετο ιερός πόλεμος εναντίον των Ελλήνων, των ραγιάδων που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι. Η σφαγή κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια του αμάχου πληθυσμού. Θα ημπορούσε κάλλιστα ο πατριάρχης να φύγει και να σωθεί, όπως του συνιστούσαν πολλοί από τους άρχοντας και οι ξένες πρεσβείες, που πάντοτε είναι καλά ενημερωμένες. Η απάντησή του είναι το αντάξιο, το κατάλληλο προοίμιο, στις ένδοξες σελίδες ιστορίας που σε λίγο θα γραφόταν με το μαρτυρικό του θάνατο:
Μη με προτρέπετε εις φυγήν. μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω εις πλοίον, ήτοι κλεισθείς εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού ημίν πρέσβεως να ακούω, πώς εις τας οδούς οι δήμιοι κατακρεουργούν τον χηρεύσαντα λαόν! Ουχί. Εγώ διά τούτο είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, ουχί δε όπως δι’ εμού απολεσθή διά των χειρών των Γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν από την ζωήν μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες, εκπλαγέντες εκ της αδικίας του θανάτου μου, δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως, πώς η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω μου. Οι δε Έλληνες, οι άνδρες της μάχης θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην. εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ' υπομονής εις ό,τι και αν μοι συμβή. Σήμερον (Κυριακήν των Βαΐων) θα φάγωμεν ιχθύας, αλλά μετά τινας ημέρας, και ίσως κατά ταύτην την εβδομάδα, ιχθύες θα μας φάγωσι... Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγυιών, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες. Ιδού έρχεται ο φονεύς πατριάρχης. Αν δε το έθνος μας σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα, θα μοι αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου.
Δεν έφυγε λοιπόν ο ηρωικός πατριάρχης και αρνήθηκε την προσφορά των ξένων να τον φυγαδεύσουν ή να τον κρύψουν. Έμεινε ορθός να αντιμετωπίσει παλληκαρίσια την κατάσταση. να δώσει, ως καλός ποιμήν, τη ζωή του υπέρ του ποιμνίου, να προστατεύσει τον λαό από τη σφαγή. Επισκέπτεται τον σεϊχούλ-ισλάμην και του υπενθυμίζει με παρρησία τα προνόμια που παρεχώρησε ο πορθητής. Εκείνος ζητά κάποια επίσημη διαβεβαίωση περί του ότι δεν συμμετέχει όλο το έθνος εις το κίνημα. Ο Τούρκος πρωθιερεύς, δίκαιος και φιλάνθρωπος, παίζει ο ίδιος με τη ζωή του, ψάχνοντας να βρει τρόπο να βοηθήσει τους Χριστιανούς και να μην εκδώσει τα έγγραφα που θα κήρυσσαν ιερό πόλεμο. Συσκέπτεται ο πατριάρχης με τους προκρίτους και τους αρχιερείς και δεν δυσκολεύεται να αποφασίσει. εκδίδει τον γνωστό αφορισμό της επαναστάσεως, βέβαιος ων ότι αυτό δεν θα είχε καμμία επίπτωση στον αγώνα, διότι θα καταλάβαιναν οι ηγέται της επαναστάσεως ότι ο αφορισμός είναι εικονικός, ότι έγινε μετά από πίεση και βία, μόνο και μόνο για να αποφευχθεί η γενική σφαγή.
10. Ο αφορισμός της Επαναστάσεως ήταν εικονικός. Η άρση του αφορισμού 
Αυτός λοιπόν ο εικονικός της επαναστάσεως αφορισμός είναι το μεγάλο επιχείρημα των σημερινών στρατευμένων πολεμίων της Εκκλησίας καιτά του Γρηγορίου. Όλοι εκατάλαβαν ότι επρόκειτο περί διπλωματικού φαναριωτικού ελιγμού. ότι ο πατριάρχης άλλα επίστευε και άλλα έγραφε. Όλοι εκατάλαβαν και καταλαβαίνουν, εκτός εκείνων που οι δογματικές αντιεκκλησιαστικές θέσεις της ιδεολογίας των τους εμποδίζουν να σκέφτονται ελεύθερα. Εκατάλαβε αμέσως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και δεν έλαβε καθόλου ύπ’ όψιν τον αφορισμό, όπως φαίνεται από όσα έγραφε στις 19 Ιανουαρίου προς τον Κολοκοτρώνη και προς τους Σουλιώτες:
Ο μεν πατριάρχης βιαζόμενος παρά της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρτα, εσείς όμως να τα θεωρήτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του πατριάρχου.
Και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβει όχι μόνον ο Υψηλάντης, ο έμπειρος διπλωμάτης, αλλά και ο οποιοσδήποτε, ο πλέον αγράμματος, διότι ήδη είχε περάσει στη λαϊκή σοφία η τακτική αυτή των κληρικών, όπως φαίνεται από την παροιμία:
Πίσκοπος κρεμάμενος, έγραφε κι απόγραφε.
Υπάρχουν άλλωστε και άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν τον εικονικό χαρακτήρα του αφορισμού, μπροστά στα οποία κλείνουν τα μάτια, σαν τη στρουθοκάμηλο, οι μαρξισταί ιστορικοί Κορδάτος, Σκαρίμπας, Καρανικόλας.
Σε άρθρο που δημοσίευσε ο αείμνηστος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Περικλής Βιζουκίδης με θέμα «Η Εκκλησία και ο ιερός αγών» αποκαλύπτει ότι υπέγραφαν μεν ο πατριάρχης και οι συνοδικοί το αφοριστικό έγγραφο, «διότι ευρίσκοντο προ του φοβερού διλήμματος ή να αποδοκιμάσωσι και αφορίσωσι έργον άγιον και ιερόν εις ο και αυτοί ήσαν μεμυημένοι και συνεργάται ή να απολέσωσι όχι εαυτούς, άπαγε, περί αυτών ουδείς λόγος, ως το απέδειξαν ολίγον βραδύτερον, αλλά το ταλαίπωρον έθνος, εναντίον του οποίου θα εστρέφετο, ως ηπείλει, η σουλτανική οργή και λύσσα». Στη συνέχεια δε κατά τον καθηγητή Βιζουκίδη, την ίδια νύκτα μετά την υπογραφή του αφορισμού, ο πατριάρχης μαζύ με τους δώδεκα συνοδικούς αρχιερείς κατέβηκαν στον πατριαρχικό ναό και σε ειδική μυστική τελετή, εν μέσω λυγμών και δακρύων έλυσαν και ακύρωσαν τον αφορισμό «επευλογούντες νοερώς τα όπλα των υπέρ πίστεως και Πατρίδος αγωνιζομένων αδελφών»7.
Υπάρχει επίσης επιστολή του ιδίου του πατριάρχου Γρηγορίου προς το δραστήριο μέλος της φιλικής Εταιρείας, τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, στην οποία του συνιστά να τηρεί απέναντι του τυράννου την διπλωματική αυτή τακτική. Το κείμενο της επιστολής, όπου φαίνεται επίσης ότι ο πατριάρχης ετέλει εν γνώσει των προετοιμασιών διά την εξέγερση έχει ως εξής:
Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς, διά του αγαθού πατριώτου Φούντα Γαλαξειδιώτου, ασφαλώς εδεξάμην και τους εν αυταίς τιμίους σου λόγους έγνων. Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα. οι γαρ χρόνοι πονηροί εισι και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και μοχθηρών ζύμη, αφ’ ης ως από ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακόν γαρ πολλοί μηχανώνται διά το της φιλοπλουτίας έγκλημα. Διό την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις πατριώταις, τα εχε­μυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται, ους επιστέλλεις μοι συνεχώς, πεφροντισμένως ενεργούσι, και αφ’ ων έγνων αδύνατον αντί παντός τιμίου ουδ’ ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων φυγείν. ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμματα κομίζουσί μοι. Η του Παπανδρέα πράξις πατριωτική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια, κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν εν φανερώ δε άγνοιαν υποκρίνου, έστι δε ότε και επίκρινε τοις θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις. Ιδία πράυνον τον Βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα. Άσπασον συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων εις κρυψίνοιαν διά τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ώσπερ λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατυνεί αυτούς εγγύς δε έστι του Σωτήρος το Πάσχα. Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου αδελφέ μου Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεώργια δώσει σοι ο Πανύψιστος.
Καλύτερα όμως από κάθε άλλον τον εικονικό και παραπλανητικό χαρακτήρα του αφοριστικού εγγράφου αντε­λήφθη η Υψηλή Πύλη, η οποία εκτός του ότι εξόρισε και τελικώς εφόνευσε τον ατυχή πρωθιερέα των Τούρκων, διότι επίστευσε τους απίστους ραγιάδες, οδήγησε τελικώς μετά από πολλά μαρτύρια πολλούς αρχιερείς στον θάνατο, κορυφαίο δε και πρώτο μεταξύ αυτών τον πατριάρχη Γρηγόριο, αμέσως μετά τη λειτουργία του Πάσχα, στις 10 Απριλίου του 1821. Απηγχονίσθη στη μεσαία πύλη της εισόδου του Πατριαρχείου. Επάνω στο στήθος «ην η αιτία αυτού γεγραμμένη», κρεμάσθηκε το εκτενές καταδικαστικό έγγραφο, ο γιαφτάς, που και μόνο αρκεί να συντρίψει σε χίλια κομμάτια τις γραφίδες των στρατευμένων διαστροφέων της ιστορίας μας. Μεταξύ άλλων έγραφε και τα εξής:
Ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του έθνους του... Αλλ’ εξ αιτίας της διαφθοράς της καρδίας του όχι μόνο δεν ειδοποίησεν, ουδ’ επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ’ όλα τα φαινόμενα ήτο και ο ίδιος αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως. Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη ο ίδιος εν Πελοποννήσω και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών, όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτος λοιπόν είναι αίτιος του παντελούς αφανισμού τον οποίον μέλλουν διά της θείας βοηθείας να πάθωσιν οι αποπλανηθέντες ραγιάδες. Επειδή δε εβεβαιώθημεν πανταχόθεν περί της προδοσίας του όχι μόνον εις βλάβην της Υψηλής Πύλης, αλλά και εις όλεθρον του ιδίου έθνους του, ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από του προσώπου της γης και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων.
11. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου επιδρά ευνοϊκά στον αγώνα 
Η σύγχυση και το μίσος του σουλτάνου τον οδήγησαν στην πράξη του απαγχονισμού του πατριάρχου, που έφερε ευνοϊκά για τον αγώνα αποτελέσματα, όπως άλλωστε είχε προβλέψει προφητικά ο ηρωικός εθνομάρτυς. Η επίσημη Ευρώπη, που εκυριαρχείτο από τον μισελληνισμό του Μέττερνιχ και της Ιεράς Συμμαχίας, αρχίζει για πρώτη φορά να βλέπει με συμπάθεια το ελληνικό ζήτημα. ο φιλελληνισμός φουντώνει. Οι Έλληνες αντί να καμ­φθούν και να σωφρονισθούν, ξεσηκώθηκαν και αγρίεψαν περισσότερο ζητώντας εκδίκηση, γιατί στο πρόσωπο του πατριάρχου θεώρησαν ότι ατιμάζεται και περιφρονείται το Γένος. Όπως γράφει ο Τερτσέτης «εις την κόψιν του ελληνικού σπαθιού ήτο γραμμένον το όνομα του πατριάρχου και εθέριζε». Αυτό δε το πάθος της ιεράς εκδικήσεως απέδωσε θαυμάσια ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, όταν το 1872, μπροστά στον νεότευκτο ανδριάντα του Γρηγορίου, στα προπύλαια του Πανεπιστημίου, στον ίδιο ανδριάντα τον οποίον σήμερα ασεβείς και αγνώμονες απόγονοι, κάτω από μία παράξενη ανοχή, σπάζουν, μουντζουρώνουν και υβρίζουν, απήγγειλε μέσα σε νεκρική από τη συγκίνηση σιγή, παρουσία της κυβερνήσεως, του κλήρου και του λαού, το θαυμάσιο, το αριστουργηματικό εκείνο ποίημα8:
Πώς μας θωρείς ακίνητος, που τρέχει ο λογισμός σου
Τα φτερωτά σου όνειρα, γιατί στο μέτωπό σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές ελπίδες
όσες μας δίδει η όψις σου παρηγοριές κι’ ελπίδες;
Τώρα σε βλέπει γίγαντα, πατέρα, η θάλασσά σου.
Το λείψανό σου το φτωχό, το ποδοπατημένο
τ’ ανάστησε η αγάπη μας, κι’ εδώ μαρμαρωμένο
θα στέκη ολόρθο, ακλόνητο και αιώνια θε να ζήση
νάναι φοβέρα αδιάκοπη σ’ ανατολή και δύση.
Στο μοναδικό λοιπόν αυτό και συγκλονιστικό ποιητικό αριστούργημα, που δείχνει περισσότερο από κάθε άλλο στοιχείο τον σεβασμό του έθνους προς τον ηρωικό πατριάρχη και κάνει έτσι να φαίνεται πιο απαίσια η σημερινή ασέβεια των παρασυρμένων νέων μας, που έφθασαν μέχρι του σημείου να σπάσουν από τον ανδριάντα μέρος της ράβδου, παρουσιάζει ο ποιητής ένα κυνηγημένο πουλί, προφανώς τον δικέφαλο αετό, σαν έκφραση του Γένους, να σκοτεινιάζει τον ουρανό με τα φτερά του,
Και με φωνή που ξέσχιζε σκληρά τα σωθικά του
εφώναξε και εμούγκρισε. Χτυπάτε, Πολεμάρχοι,
απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός. Κρεμούν τον πατριάρχη.
Η ίδια ιερή μανία να εκδικηθεί το Γένος τον άδικο και προσβλητικό θάνατο του πατριάρχου εκφράζεται και από τον εθνικό μας ποιητή, τον Διονύσιο Σολωμό, στον εθνικό μας ύμνο, τον οποίον τουλάχιστον έπρεπε να μη τολμούν να ψάλλουν οι υβρισταί της μνήμης του:
Όλοι κλαύστε. αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς,
κλαύστε, κλαύστε. κρεμασμένος
ωσάν νάτανε φονιάς
Έχει ολάνοικτο το στόμα
π’ ώρες πρώτα είχε γευθή
τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα
λες πως δε θα ξαναβγή
η κατάρα που είχε αφήσει
λίγο πριν αδικηθή
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμή.
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγος, εις την γη
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνια αστραπή.
Και δεν ήταν δυνατόν να γίνει άλλως, παρά να αποδώσουν οι δύο εθνικοί μας ποιηταί το εμπεδωμένο στη συνείδηση του λαού υψηλό αίσθημα εκτιμήσεως της θυσίας του πατριάρχου, το οποίο περιέργως παρασιωπούν οι δήθεν εν ονόματι του λαού αγωνιζόμενοι, σε άλλους όμως κυρίους δουλεύοντες κονδυλοφόροι.
12. Οι τιμές της Ρωσίας και της Ελλάδος προς το λείψανο του πατριάρχου 
Μετά τον απαγχονισμό επί τρεις ημέρες έμεινε το άγιο σκήνωμα του εθνομάρτυρος στα χέρια του αγρίου όχλου και των Εβραίων, μέχρις ότου στις 13 Απριλίου το έρριξαν στη θάλασσα του Κερατίου κόλπου. Το Σάββατο του Θωμά, 16 Απριλίου, ανέλπιστα προσκολλήθηκε στο πλοίο του εκ Κεφαλληνίας Νικ. Σκλάβου και μέσα στη γενική του πληρώματος συγκίνηση μεταφέρθηκε στην Οδησσό. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η θαυμαστή ιστορία της αποδόσεως πρωτοφανών στο λείψανο του πατριάρχου τιμών. Ο Γρηγόριος ξεφεύγει πλέον από τα πλαίσια των ανθρωπίνων νόμων, της ανθρωπίνης εκτιμήσεως, και εισάγεται από την πρόνοια του Θεού στα άγια των αγίων του Γένους. Αντί των χλευασμών και της καταφρόνιας που εδοκίμασε ζων, απολαμβάνει τώρα νεκρός τις τιμές που του άξιζαν.
Συνεγείρεται η Οδησσός στο άκουσμα ότι έρχεται το λείψανο του πατριάρχου. Η αυτοκρατορική Ορθόδοξη Ρωσία σε συμφωνία με το λαϊκό αίσθημα οργάνωσε την υποδοχή και ετίμησε το λείψανο, όπως ταίριαζε στον οικουμενικό της Ορθοδοξίας πατριάρχη. Στην Οδησσό εξεφώνησε δύο θαυμασίους προς τον πατριάρχη λόγους, επικήδειο και μετά ένα χρόνο επιμνημόσυνο, ο μεγάλος ρήτωρ και διδάσκαλος του Γένους Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων9. Ο πρώτος αρχίζει ως εξής:
Έμελλες άρα, Παναγιώτατε Πατριάρχα Γρηγόριε, αφ’ ου μοι έδωκας πολλάς πολλών λόγων υποθέσεις και αφορμάς, έμελλες τέλος να κινήσης την ασθενή μου γλώσσαν και εις επιτάφιον λόγον σου.
Πενήντα χρόνια αργότερα, το ελεύθερο πλέον ελληνικό κράτος ενέκρινε με απόφαση της Βουλής αίτημα του μητροπολίτου Αθηνών Θεοφίλου, το 1871, να μεταφερθούν από τη Ρωσία τα λείψανα του πατριάρχου στην ελεύθερη πατρίδα, διότι, όπως εγράφετο, «η εθνική ευγνωμοσύνη επιβάλλει ημίν το ιερόν καθήκον να εκπληρώσωμεν ήδη τον αγνόν και φυσικόν τούτον πόθον της αγίας εκείνης ψυχής»10.
Πολυμελής αντιπροσωπεία επιβιβασθείσα στο πλοίο «Βυζάντιον» έφθασε στην Οδησσό, όπου επί τη αναχωρήσει του λειψάνου επανελήφθησαν οι λαμπρές τελετές, που έλαβαν χώρα κατά την άφιξή του. Στην Αθήνα ήταν συγκινητική στο έπακρο και πάνδημη η υποδοχή. Είχαν φθάσει στον Πειραιά στις 14 Απριλίου του 1871. Οι βασιλείς, η ιερά σύνοδος, η κυβέρνηση, και πλήθη παραληρούντος λαού απέδωσαν τιμές και υποδέχθηκαν σε ελεύθερο έδαφος τον πρωτομάρτυρα της ελευθερίας, όπως προφητικά και πάλι είχε προβλέψει. Το λείψανο τοποθετήθηκε στον μητροπολιτικό ναό Αθηνών, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, το επόμενο δε έτος επανελήφθησαν οι τιμητικές εκδηλώσεις, όταν έγινε η αποκάλυψη του ανδριάντος στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, οπότε απήγγειλε, το συγκλονιστικό του ποίημα ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Έτσι όπως παρατηρεί στην εξαίρετη για τον πατριάρχη μονογραφία του ο Τάκης Κανδηλώρος:
Τον πατριάρχην εστέγασε νεκρόν η αγάπη συμπάσης της Ορθοδοξίας. τους εμπτυσμούς του σεπτού προσώπου του εκάθηρε το αίμα τόσων χιλιάδων Τούρκων, πεσόντων εν τω ελληνικώ αγώνι. Η πανελλήνιος Μούσα τω έψαλλε τόσα θούρια, μία μεγάλη αυτοκρατορία τω απένειμεν υπερόχους επι­κηδείους τιμάς, το δε ελεύθερον Ελληνικόν Κράτος τον υπεδέχθη και τον ενεθρόνισε εσαεί εις το άφθιτον Πάνθεον των ελληνικών καρδιών11.
Επιστέγασμα δε αυτής της τιμής ήταν η απόφαση της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία συνελθούσα στις 8 Απριλίου του 1921 εις έκτακτον συνεδρίαν αποφάσισε την ένταξη του Γρηγορίου εις το αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας12 με αφορμή τη συμπλήρωση εκατονταετίας από του μαρτυρικού του θανάτου, ενώ το ίδιο έτος ο σοφός καθηγητής Χρ. Ανδρούτσος εξεφώνησε θαυμάσιο πανηγυρικό που τον δημοσιεύσαμε στο ανθολόγιο του σχετικού με τον πατριάρχη έργου μας. Η πράξη της ιεράς συνόδου μεταξύ άλλων λέγει:
Ορθώς έγνω συνευδοκούντος και του συμπαρισταμένου κατ’ αυτήν πατριάρχου Αλεξανδρείας Φωτίου καθιερωθήναι από του νυν και επισήμως την έως τούδε αυθορμήτως αναφερομένην τιμήν τω αοιδίμω Αρχιεπισκόπω Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικώ Πατριάρχη Γρηγορίω τω δι’ αγχόνης υπέρ Χριστού και του ποιμνίου μεμαρτυρηκότι τη ι’ Απριλίου του σωτηρίου έτους ,αωκα’ και συντετάχθαι του λοιπού το ιερόν αυτού όνομα εν ταις μνήμαις των κηρύκων, ευαγγελιστών, μαρτύρων, ομολογητών, εγκρατευτών, ιερομαρτύρων, ως αγίου εορταζομένου εν πάσι τοις ιεροίς ναοίς της ανά την Ελλάδα πάσαν Εκκλησίας αυτή δε τη ημέρα του μαρτυρίου, τη δεκάτη δήλον ότι Απριλίου παντός έτους, εις αιώνα τον άπαντα εις δόξαν του αγιάσαντος αυτόν ουρανίου της Εκκλησίας Νυμφίου, μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Επίλογος 
Οι υβρισταί και χλευασταί της ζωής και της μνήμης του αγίου πατριάρχου και άλλων μορφών της Εκκλησίας και του γένους δεν είναι πλέον εκ των ξένων και αλλοτρίων αλλά ιδικοί μας, ομόφυλοι και ομόθρησκοι. Η ευθύνη όλων μας είναι τώρα μεγαλυτέρα. Είναι τόση η διάβρωση, υπό το πρόσχημα μιας προοδευτικής και φωτισμένης και ανεξάρτητης δήθεν επιστήμης, ώστε, ενώ δεν είχε κοπάσει ακόμη ο απόηχος από τις εκδηλώσεις για τα 150 χρόνια από την εθνεγερσία, που οργανώθηκαν το 1971, βρέθηκε δυστυχώς καθηγητής Θεολογικής Σχολής, ο οποίος συνέγραψε δυσφημιστικόν και ασεβές έργο για τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’13.
Ήσαν σπάνιοι παλαιότερα οι υβρισταί της Εκκλησίας και του κλήρου, τόσο δε αποκομμένοι από το κοινό αίσθημα, ώστε ούτε το όνομά τους τολμούσαν να θέσουν στις άκριτες και εμπαθείς συγγραφές τους. Η «Ελληνική Νομαρχία», ένα εμπαθές και αναξιόπιστο κείμενο, προβάλλεται τελευταία φορτικά από τα μέσα ενημερώσεως, ενώ αγνοούνται δεκάδες συγγραφών και απομνημονευμάτων των αγωνιστών του 21. Ένας λόγιος παλαιότερα, ο Ροΐδης, ετόλμησε να χλευάσει την Εκκλησία, εισέπραξε όμως την γενική του λαού και των λογίων κατακραυγή. Για τον εμποτισμένο από το πνεύμα της αρνήσεως λόγιο γράφει χαρακτηριστικά ο Σπ. Μελάς, στη Νεοελληνική του Λογοτεχνία (σ. 277):
«Ένας λαός, που μόλις έβγαινε από μια επανάσταση, που επιχείρησε με θρησκευτικό αίσθημα και την εκκλησία του επί κεφαλής, σωστό ραχοκόκκαλο του εθνικού σώματος, από κάθε άλλο είχε ανάγκη, παρά από τους σαρκασμούς και τις ειρωνείες του Ροΐδη κατά της θρησκείας και της Εκκλησίας».
Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ευδοκιμήσουν η ύβρις, η αγνωμοσύνη και η προδοσία. Η δόξα του εθνομάρτυ­ρος Γρηγορίου, δόξα και τιμή του ίδιου του έθνους, πρέπει να προστατευθεί από τους λασπολόγους αρνητάς, γιατί έτσι προστατεύεται και η ιστορία. Είναι καιρός να αναστήσουμε την ιστορική αλήθεια, να αποκαταστήσουμε, μαζύ με τους θραυσμένους ανδριάντας, τις ιερές μνήμες των μεγάλων μορφών της εθνικής μας ιστορίας.
 




[1]. Βλ. σχετικώς τη μελέτη της Χριστίνας Μπουλάκη-Ζήση, που αναφέρεται σε ένα συνεργάτη του πατριάρχου στα εκπαιδευτικά προγράμματα, τον Ιλαρίωνα Σιναΐτη, και δίνει συγχρόνως μία γενική εικόνα της καταστάσεως για την παιδεία. Ο τίτλος της μελέτης είναι. Ιλαρίων Σιναΐτης, Μητροπολίτης Τυρνόβου. Η ζωή και το έργο αυτού, Θεσσαλονίκη 1983. Πολύ καλή εικόνα για τη συμβολή της Εκκλησίας και του Γρηγορίου Ε’ στην οργάνωση της Παιδείας του Γένους δίδει ο Μ. Γεδεών, Η πνευματική κίνησις του Γένους κατά τον ιη’ και ιθ' αιώνα, Αθήνα 1976. Απογοητευτική είναι η εικόνα που δίδει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, διότι στηρίζεται η ανάλυση στις απόψεις των «διαφωτιστών», των παλαιών και νέων οπαδών του Αδαμ. Κοραή. Γράφει ο Μ. Γεδεών (ενθ’ ανωτ., σελ. 292-223). «Την υπέρ των γραμμάτων και σχολείων φροντίδα και εποπτείαν ταύτην η Μ. Εκκλησία ήσκει ουχί συνιστώσα μόνον, ουχί την ίδρυσιν ευλογούσα, αλλά και παρακελευομένη προς σπουδήν των γραμμάτων και παρορμώσα προς επανίδρυσιν εκπαιδευτηρίου τινός υπό χρονικής επηρείας εις νάρκωσιν περιπεσόντος. Ούτως εφρόντισε περί της ανασυστάσεως της εν τω παρελθόντι αιώνι τοσούτον κλέος αραμένης αθωνιάδος ακαδημίας, τω μεν 1800 διά της εις Άγιον Όρος εξαρχικής αποστολής του επισκόπου Σταγών Παϊσίου του Θεσσαλού, προ πεντήκοντα δε σχεδόν ετών επί της πρώτης πατριαρχείας του αειμνήστου Γερμανού Δ’ του από Δέρκων, διά γραμμάτων ιδιωτικών και επισήμων. Διά τοιούτων εγκυκλίων ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ο από Σμύρνης εν τε τη δευτέρα και τη τρίτη αυτού πατριαρχεία συνεβούλευε και προέτρεπε και προς ίδρυσιν εκπαιδευτηρίων, και προς ορθήν εκπαίδευσιν, νουθετών μετά της περί αυτόν ιεράς συνόδου, όπως αποφεύγωσιν οι μαθηταί και διδάσκαλοι τας τότε επιπολαζούσας ετεροδιδασκαλίας, αποτρέπων από της μακράς σπουδής επιστημών τίνων, ας εδίδασκον άνθρωποι, η σπουδάσαντες επιπολαίως εν τη Δύσει, ή παρασυρόμενοι υπό του διασυρίζοντος ηδέως πνεύματος της μεγάλης Γαλλικής Επαναστάσεως». Διά τον επιθυμούντα να μελετήση τα της Τουρκοκρατίας και της συμβολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου απαραίτητες είναι οι πολλές αμερόληπτες ιστορικές μελέτες του Τ. Γριτσοπούλου.
2. Ανάλυση κριτική για την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας της τότε εποχής βλ. Θ. Ζήση, Γεννάδιος Β’ Σχολάριος, Βίος-συγγράμματα-διδασκαλία, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 186 κ.ε.
3. Περί των Φαναριωτών γράφει με θαυμασμό ο Επαμ. Σταματιάδης, Βιογραφίαι των Ελλήνων Μεγάλων Διερμηνέων του Οθωμανικού Κράτους, Αθήνα 1865, Θεσσαλονίκη 1973, υπό Π. Πουρναρά, σελ. 14-15. «Φαναριώται! όνομα προφερόμενον σήμερον παρά τινων αγνοούντων ή μη επισταμένως μελετησάντων την πάτριον ιστορίαν μετά φρίκης! Φαναριώται! όνομα θεωρούμενον σήμερον παρά πολλών ως συνώνυμον της χαμερπείας, ιταμότητος και πάσης κακοηθείας. Και όμως, αν ήμεθα δίκαιοι, οφείλομεν να θαυμάσωμεν τους μεγάλους εκείνους άνδρας, οίτινες ενώ όλη η Ελλάς εκοιμάτο τον βαρύν της δουλείας και απαιδευσίας ύπνον, μόνοι αντεπροσώπευον την ελληνικήν ευφυΐαν, εκράτουν εν τη παλάμη των την τύχην αχανούς αυτοκρατορίας, εκόλαζον τας κατά των ομογενών των αγρίας ορέξεις του φανατισμού και της βαρβαρότητος, εκαλλιέργησαν τας Μούσας διά τρόπου αξιοθαυμάστου, προσέφεραν δείγματα πατριωτισμού καταπληκτικού, και διά του αίματος αυτών εξηγίασαν βίον εθνικόν και αμώμητον. Ίσως και μεταξύ αυτών ευρέθησάν τινες έχοντες ελλείψεις (και τις άνθρωπος ο μη έχων τοιαύτας!) αλλ’ αι ελλείψεις αύται εξαφανίζονται εν τη πληθύι των αρετών, ουδέ δύναται να μη συνομολογήση τις ότι μέρος της εθνικής της υπάρξεως οφείλει η Ελλάς εις τους λεγομένους Φαναριώτας».
4. Δημοσιεύθηκε πρόσφατα στον τύπο ότι ο πάπας Παύλος ο ΣΤ’ αποκατέστησε επί τέλους στη συνείδηση των Ρωμαιοκαθολικών τα θύματα της Γαλλικής Επαναστάσεως, ανακηρύσσοντας σε οσίους και μάρτυρες πολλούς κληρικούς και μοναχούς που σφαγιάσθηκαν από τους επαναστάτες.
Συμπληρώνοντας σήμερα (2002) τα όσα τότε (1983) γράφαμε για τη Γαλλική Επανάσταση παραθέτουμε όσα γράφει ο Russel Le­wis σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στη Wall Street Journal επ’ ευκαιρία της 14ης Ιουλίου, επετείου της Γαλλικής Επαναστάσεως.
Το άρθρο είχε τίτλο «Δεν υπάρχει τίποτε να γιορτάσουμε την ημέρα της κατάληψης της Βαστίλλης». Αναδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», Κυριακή 14 Ιουλίου 2002. Καταλήγει με τα εξής: «Πολιτικά το κύριο δημιούργημα της Επανάστασης ήταν ένα κράτος πολύ πιο απολυταρχικό από αυτό του Λουδοβίκου ΙΔ’. Οι αγρότες πραγματικά απηλλάγησαν από τις φεουδαρχικές οφειλές και τη δεκάτη και πολλοί από αυτούς έγιναν κύριοι της γης τους, έχασαν όμως και τα φεουδαρχικά δικαιώματά τους στο σιτηρέσιο και στον θερισμό. Οι πλουσιώτεροι αγρότες και οι κερδοσκόποι κέρδισαν, οι πιο φτωχοί αγρότες έγιναν φτωχότεροι από ποτέ. Και βέβαια όλες οι τάξεις υπέφεραν εξίσου με τις επιστρατεύσεις, που πήραν τους γιους τους για να μη γυρίσουν ποτέ πίσω ή για να γυρίσουν ανάπηροι. Αυτό ήταν ένα βάρος πολύ πιο τυραννικό από τα όσα είχε επιβάλει το σήμερα διασυρόμενο παλαιό καθεστώς και αναπαρήχθη από πολλά κράτη, επιταχύνοντας έτσι τον κατήφορο στον καθολικό πόλεμο. Η απεχθέστερη κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης δεν ήταν ωστόσο αυτή. ήταν η αντίληψη ότι τα δύσκολα πολιτικά προβλήματα λύνονται καλύτερα διά της βίας. Στη χειρότερη μορφή της είναι η θεωρία ότι μια ενάρετη ή πεφωτισμένη ελίτ έχει το δικαίωμα -για το καλό του λαού- να επιβάλλει τις απόψεις της με την τρομοκρατία. Είναι μια κληρονομιά για την οποία μετανιώνουμε όλοι σήμερα. Καλή επέτειο!»
5. Είναι κατηγορηματικός για το θέμα αυτό ο γέρος του Μωρηά στο λόγο του προς τους φοιτητάς πάνω στην Πνύκα και είναι απορίας άξιο πώς ξεπερνούν τη γνώμη του όσοι θέλουν την Ελληνική Επανάσταση επηρεασμένη από τη Γαλλική, ταξικό και κοινωνικό κίνημα των πτωχών εναντίον των κοτζαμπάσηδων και των δεσποτάδων. Λέγει ο Κολοκοτρώνης. «Η επανάστασις η ιδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσας γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος. ήταν έθνος με άλλο έθνος, ήταν με ένα λαόν όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωρισθή ως τοιούτος ούτε να ορκισθή παρά μόνο ό,τι έκανε η βία. Ούτε ο σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήση τον ελληνικόν λαόν, αλλ’ ως σκλάβους... Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την επανάσταση δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα" αλλ’ ως μία βροχή έπεσε εις όλους η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπετανέοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την επανάστασι». Και ο στρατηγός Μακρυγιάννης διηγείται απλοϊκά γιατί αποφάσισε να αναμειχθεί στον αγώνα με τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία. Όχι βέβαια για να κάνει κοινωνικό και ταξικό αγώνα. Αλλ’ ας ακούσουμε τον ίδιο, να διηγείται πώς τον εμύησε στην Εταιρεία ο φίλος του ιερεύς. «Κατεβάζει τις εικόνες και μ’ ορκίζει και αρχινάγει να με βάλη εις το μυστήριον... Πήγα στοχάστηκα και τάβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κιντύνους και αγώνες -θα τα πάθω δια την λευτερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου. Πήγα και του είπα. "Είμαι άξιος". Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα.. Και η ευχή του παπά του ευλογημένου και της πατρίδος μου και θρησκείας μου, ως την σήμερον δεν μ' άφησε ο Θεός να ντροπιαστώ. Τράβηξα δεινά, πληγές και κιντύνους, όμως είμαι καλά σαν θέλει ο Θεός...». Και μετά από αυτό είναι απορίας αλλά και δακρύων άξιον πώς βρίσκονται εκπαιδευτικοί, οι οποίοι στο επίσημο δελτίο της ΟΛΜΕ (Μάρτης 1983) σε κύριο άρθρο με τίτλο «25 Μαρτίου 1821: εθνική λαϊκή εξέγερση» διαστρέφουν το νόημα της επαναστάσεως λέγοντας ότι «το αίτημα για εθνική ανεξαρτησία και ολοκλήρωση συνδυαζόταν στενά με το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη και αποκατάσταση των πλατιών λαϊκών μαζών, με πρωτοπορία την εξεγερμένη αγροτιά, που κύριος στόχος της ήταν η αναδιανομή της γης, τους βιοτέχνες και τους μικρεμπόρους. Εμπόδιο στα αιτήματα αυτά ήταν όχι μόνο η Τουρκική κυριαρχία, αλλά και τα ντόπια φεουδαρχικά δεσμά των κοτζαμπάσηδων, που αντιστρατεύονται οποιαδήποτε κοινωνική εξέλιξη που θα έθετε σε κίνδυνο τα προνόμιά τους. Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στην πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα αποβλέποντας σε μια νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό». Πώς θα αναλύσουν στα παιδιά τα κείμενα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη και όλες τις επίσημες διακηρύξεις του αγώνος; Ας παρουσιάσουν ένα κείμενο που να λέγει για εμφύλιο πόλεμο, για ταξικό αγώνα, για πάλη των τάξεων, για αντικληρικό πνεύμα.
6. Από το μοναστήρι, από τον ηγούμενο μαθαίνει ο λαός το μυστικό του ξεσηκωμού, όπως τραγουδά ο ίδιος σε δημοτικό τραγούδι. Στόχος δεν είναι να διώξουν τους Κοτζαμπάσηδες και τους δεσποτάδες, αλλά τον αλλόθρησκο και αλλοεθνή κατακτητή:
Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ’ αηδόνια
κρυφά το λέει ο Γούμενος από την Άγια Λαύρα.
Παιδιά για μεταλάβετε, για ξεμολογηθήτε,
δεν είν’ ο περσινός καιρός κι ο φετεινός χειμώνας,
μας ήρθ’ η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,
γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμούν τους Τούρκους.
Να διώξουμ’ όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι.
7. Περικλή Βιζουκίδη, καθηγητού Παν/μίου Θεσ/νίκης, «Η Εκκλησία και ο ιερός άγων», εν Γρηγόριος Παλαμάς 21 (1937) 141-143.
8. Ολόκληρο το ποίημα δημοσιεύεται στο ανθολόγιο των κειμένων στο μνημονευθέν έργο μας.
9. Τα κείμενα δημοσιεύονται στο ανθολόγιο του μνημονευθέντος έργου μας.
10. Βλέπε το κείμενο στο ανθολόγιο.
11. Το Κανδηλώρου, ένθ’ ανωτ., σελ. 247-248.
12. Ολόκληρον το κείμενο της συναριθμήσεως του Γρηγορίου μετά των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, βλ. στο ανθολόγιο κειμένων του προαναφερθέντος έργου μας. Πολύ συγκροτημένο είναι το αγιολογικό άρθρο του Μπεκατώρου, στην Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, όπου βρίσκει κανείς τις σχετικές πληροφορίες.
13. Πρόκειται περί του έργου του καθηγητού του Θεολογικού Τμήματος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νικολάου Ζαχαροπούλου, Γρηγόριος Ε’. Σαφής έκφρασις της εκκλησιαστικής πολιτικής επί Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1974. Εις το τέλος του προαναφερθέντος έργου μας μεταξύ των κειμένων δημοσιεύομε συντριπτική κριτική του γνωστού Ιστορικού Τ. Γριτσοπούλου, για το απαράδεκτο πράγματι αυτό βιβλίο ενός καθηγητού Θεολογικής Σχολής, που τολμά να εξευτελίζει εθνομάρτυρες και αγίους της Εκκλησίας. Δημοσιεύονται επίσης όσα είπεν ο γράφων (Θ. Ζήσης) στη συνεδρία της Θεολογικής Σχολής κατά τη διαδικασία εκλογής και δείγματα γραφής του Ν. Ζαχαροπούλου. Βλ. Ανθολόγιο. Δημοσιεύονται επίσης όσα είπε στη συνεδρία της Θεολογικής Σχολής κατά τη διαδικασία εκλογής του Ν. Ζαχαροπούλου ως καθηγητού της Θεολογικής Σχολής ο εκ των εισηγητών σεβασμιώτατος μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου Παντελεήμων Ροδόπουλος.
 

“ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΕΘΝΑΡΧΕΣ”
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ
ΚΑΘ. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ
Εκδόσεις Βρυέννιος

Αναδημοσίευση από: http://www.impantokratoros.gr/E980125B.el.aspx
 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion